Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας . Τήν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν, ἀγαθέ.

Τήν  ἄχραντον  εἰκόνα  σου προσκυνοῦμεν,  ἀγαθέ.
Κατά τήν σημερινή ἡμέρα, Κυριακή Α΄τῶν Νηστειῶν, πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑρτάζουμε μία ἀπό τίς μεγαλύτερες νίκες καί ἐνδοξότερους θριάμβους τῆς Ἐκκλησίας μας ἐναντίον τῶν φοβερῶν εἰκονομάχων. Γιά μία ἀκόμη φορά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δοκιμάσθηκε σκληρά. Πέρασε μία μεγάλη βαρυχειμωνιά, μία Μεγάλη Παρασκευή πού κράτησε περίπου ἑκατόν πενῆντα χρόνια. Πολλοί ὀρθόδοξοι Ναοί γκρεμίσθηκαν. Ἱερά κειμήλια καταστράφηκαν.  Ἅγιες Εἰκόνες παραδόθηκαν στή φωτιά καί ἔγιναν στάχτη. Εὐσεβεῖς Κληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί διώχθηκαν, ἐξορίσθηκαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν φοβερά ἤ ἀκόμη καί θανατώθηκαν.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποφάσισαν τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, τήν ἐπαναφορά τους στή θέση τους, μέσα στούς ἱερούς Ναούς. Αὐτό δέν εἶναι ἁπλό θέμα. Εἶναι γεγονός πού καθορίζει τήν πνευματική στάση  καί τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἔκφρασις τῆς πνευματικῆς καί θεολογικῆς συνείδησης τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι σπουδαία ἱερή παράδοση. Εἶναι τό ἀνοιχτό βιβλίο τῶν ἀγραμμάτων, εἶναι τό Εὐαγγέλιο ὄχι μέ γράμματα καί λέξεις, ἀλλά μέ σχήματα καί χρώματα.
Βέβαια οἱ εἰκόνες δέν εἶναι μόνο τό ξύλο ἤ τό χαρτί, τά χρώματα καί οἱ ψηφίδες. Προσκυνοῦντες καί ἀσπαζόμενοι τίς εἰκόνες δέν προσκυνοῦμε τό ξύλο, οὔτε ἀσπαζόμαστε τά χρώματα. Προσκυνοῦμε καί ἀσπαζόμαστε τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει, λέγουν οἱ θεοφόροι Πατέρες. Οἱ εἰκόνες δέν εἶναι σάν τά ἀγάλματα τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτές ἔχουν τά πρωτότυπά τους στόν οὐρανό. Ἔχουν ἀντίκρυσμα αἰώνιο. Γι
᾿ αὐτό κάθε εἰκόνα εἶναι ὁ αἰσθητός χῶρος πού ἐπενεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι σχέσις Θεοῦ, ἀνθρώπων καί κτίσεως. Γιά νά κατανοήσουμε τίς εἰκόνες χρειάζεται νά κάνουμε ὅ,τι καί οἱ σωστοί ἁγιογράφοι: Ἄσκηση, προσευχή καί ἐσωτερική καθαρότητα. Τότε μόνο μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ ὑπερκόσμιος χαρακτήρας τῆς βυζαντινῆς τέχνης, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ στό Θεό.
Ἀγαπητοί μου, οἱ εἰκόνες στίς Ἐκκλησιές μας ἀναστηλώθηκαν. Πῆραν τήν θέση  πού τίς ἀξίζει καί τίς ταιριάζει. Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη εἰκόνα, πού εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ βάσις ὅλων τῶν εἰκόνων. Ἡ εἰκόνα  αὐτή , δυστυχῶς, εἶναι πεταμένη στά σκουπίδια. Εἶναι ἡ δική μας εἰκόνα. Εἴμαστε ἐμεῖς, πού μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός κατ᾿ εἰκόνα δική Του, γιά νά γίνουμε καί καθ᾿ ὁμοίωσινδική Του. Ἐμεῖς ὅμως δέν ζοῦμε ὅπως πρέπει καί συχνά-πυκνά ἐξαχρειώνουμε τήν εἰκόνα μας. Τήν ὑποτιμοῦμε καί τήν ὑποβιβάζουμε, τήν ρίχνουμε στή λάσπη. Πολλές φορές ἀλλάζουμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τήν παραποιοῦμε, τήν κάνουμε ἀγνώριστη.
Ἄν προσέξουμε τόν ἑαυτό μας, πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, θά διαπιστώσουμε πώς ὅλα εἶναι ἀλλαγμένα καί παραποιημένα, ψεύτικα καί ἔτσι καί ἐμεῖς γελοιοποιούμεθα καί τόν Θεό λυποῦμε. Τό ἐξωτερικό μας παρουσιαστικό καί ἡ ἐσωτερική μας κατάστασις δέν δείχνουν ἄνθρωπο πού ἐπαγγέλεται θεοσέβεια.
Ὁ ἀείμνηστος καί σπουδαιότατος ἱεροκῆρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος στό βιβλίο του, ὅταν ἡ γυνή δέν φοβῆται τόν Θεόν, γράφει: Ἄν παρακολουθήσουμε τήν ἀθεόφοβη γυναίκα ἀπό πάνω μέχρι κάτω, ἀπό τήν κεφαλή μέχρι τά νύχια, θά δοῦμε ὅτι εἶναι ἕνα μόνιμο καί κινητό ψεῦδος. Ἔχει ἀταίριαστη ἐνδυμασία, ἀφοῦ φοράει παντελόνια πού ἀνήκουν στόν ἄνδρα. Ἔχει ψεύτικο χρῶμα μαλλιῶν, ἀφοῦ τά βάφει.  Ἔχει ψεύτικο χρῶμα φρειδιῶν καί βλεφαρίδων, ψεύτικο χρῶμα χειλέων καί παρειῶν, ψεύτικο χρῶμα νυχιῶν σέ χέρια καί πόδια. Ψεύτικες ἐλιές στό πρόσωπο, ψεύτικο σχῆμα μαλλιῶν ( ἐνῷ εἶναι ἴσια τά κάνουν σγουρά ἤ τό ἀντίθετο κάνουν τά κατσαρά ἴσια). Ψεύτικο βάδισμα, ψεύτικο ἀνάστημα,  ψεύτικο ὄνομα. Ἀλλάζουν τό βαφτιστικό τους ὄνομα καί χρησιμοποιοῦν ὑποκοριστικά, τά ὁποῖα πολλές φορές εἶναι ξενικά, κακόηχα καί γελοῖα.
Τό ἴδιο καί οἱ ἄνδρες δέν ἐπιτρέπεται νά ἔχουν μακρυά μαλλιά, γιατί εἶναι ἀτιμία κατά τόν ἀπ. Παῦλο καί ἔνδειξις θηλυπρεπείας. Οὔτε πάλι  εἶναι σωστό νά περιφέρωνται μέ σκουλαρίκι στό αὐτί ἤ στό χεῖλος.
Τώρα κάποιος θά ρωτοῦσε, εἶναι ἁμαρτία νά περιποιεῖται κανείς τόν ἑαυτό του; Ἡ περιποίησις καί ἡ ἀξιοπρεπής ἐμφάνισις ἀσφαλῶς δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἡ ὑπερβολή ὅμως εἶναι ἁμαρτία καί αὐτό εἶναι πού δέν θέλει ὁ Θεός. Ποιός μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι τό φαγητό εἶναι ἁμαρτία; Κανείς. Ὅμως ἡ γαστριμαργία, ἡ κοιλιοδουλεία, ἡ ὑπερβολή στό φαγητό δέν εἶναι ἁπλῶς ἁμαρτία, ἀλλά σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες εἶναι θανάσιμο ἁμάρτημα. Τό ἐπί πλέον, ἐκεῖνο πού δέν χρειάζεται, ἐκεῖνο καταδικάζει ὁ Θεός.
Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἕνας βασιλιάς ἔστησε τήν εἰκόνα του σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι, ὅπως συνηθιζόταν παλαιότερα. Περνάει ἕνας τήν βλέπει καί δέν τοῦ ἀρέσουν τά μάτια. Κάθεται καί τά ἀλλάζει. Μετά ἀπό λίγο κάποιος ἄλλος διορθώνει τήν μύτη. Ἄλλος τό στόμα ἤ τά αὐτιά κ.ο.κ. Ἐκείνη ἡ ὡραιότατη εἰκόνα τελικά ἔγινε σκιάχτρο. Ὅταν τήν δεῖ ὁ βασιλιάς δέν θά ὀργισθεῖ καί δέν θά θελήσει νά τιμωρήσει τούς ἐνόχους; Αὐτό ἀκριβῶς θά κάνει καί ὁ Θεός, θά τιμωρήσει ὅσους παραποιοῦν τήν εἰκόνα Του. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά κάνουμε εἶναι νά ὑπακούωμε καί νά πειθαρχοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἅγιο. Πρέπει νά συνδιάζουμε ὀμορφιά καί ἀρετή, γιατί ὀμορφιά χωρίς ἀρετή εἶναι κάτι πολύ ἐπικίνδυνο. Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν ἐπιτρέπεται νά τό φθείρουμε ἤ νά τό ρίχνουμε μέσα στή λάσπη καί στόν βοῦρκο. Ὅποιος φθείρει, ὅποιος καταστρέφει τόν ναό τοῦ Θεοῦ, θά τόν καταστρέψει ὁ Θεός,λέγει πάλι ὁ ἀπ. Παῦλος.
Ἀγαπητοί μου,
Αὐτήν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἑαυτό μας πότε θά τόν ἀναστηλώσουμε; Πότε θά τόν βάλουμε ἐκεῖ πού τοῦ ἀξίζει; Ἡ θέση του δέν εἶναι στή λάσπη, δέν εἶναι στό σκοτάδι, δέν εἶναι νά σέρνεται στή γῆ. Ἡ θέση του εἶναι στόν παράδεισο, κοντά στό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, μετά τήν ἀνάληψή Του κάθησε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Ἐκεῖ εἶναι καί ἡ δική μας θέση. Εἶπε ὁ Κύριος, θά πάω καί θά ἑτοιμάσω γιά σᾶς τόπο. Ὅπου ἐγώ ἐκεῖ καί ὁ ἐμός διάκονος ἔσται.
Ὁ πρῶτος πνευματικός πού εἶχα ἀπό παιδί τοῦ Γυμνασίου ἦταν ἕνας Ἱερεύς πραγματικά πολύ ἅγιος. Ἔχτισε στήν ἐνορία του καινούργια ἐκκλησία τῆς Παναγίας καί στήν πρόσοψη της ἔβαλε ἕναν μαρμάρινο Σταυρό μέ μία πινακίδα κάτω, πού εἶχε σκαλισμένα ἑπτά Π. Κάθε φορά πού περνᾶτε μπροστά ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἔλεγε, νά κάνετε τό Σταυρό σας καί νά λέτε στήν Παναγία τά ἑπτά Π. Γνωρίζουμε ὅλοι μας τί σημαίνουν: Ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με. Ὁ Θεός, διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων νά ἀναστήσει τήν πεσμένη φύση καί εἰκόνα μας καί νά μᾶς χαρίσει τήν βασιλεία Του. Ἀμήν.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου