Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012

Πῶς πρέπει νὰ ἑτοιμαζώμαστε γιὰ τὴν κοινωνία, γιὰ νὰ παρακινηθοῦμε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

 
Γιὰ νὰ παρακινηθῇς μὲ τὸ ἐπουράνιο αὐτὸ μυστήριο στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, θὰ σκεφθῇς μὲ τὸ λογισμό σου τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει πρὸς ἐσένα ὁ Θεός, σκεπτόμενος ἀπὸ τὸ προηγούμενο βράδυ ὅτι ἐκεῖνος ὁ Μεγάλος καὶ Παντοκράτορας Θεὸς δὲν ἀρκέσθηκε μόνο στὸ ὅτι σὲ ἔπλασε κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσι καὶ ὅτι ἔστειλε στὴ γῆ τὸν Μονογενῆ του Υἱὸ νὰ περπατήσῃ τριάντα τρία χρόνια, γιὰ νὰ σὲ ζητήσῃ καὶ γιὰ νὰ ὑποφέρῃ σκληρότατα πάθη καὶ τὸν βασανιστικὸ θάνατο τοῦ σταυροῦ, γιὰ νὰ σὲ ἐξαγοράση ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἀκόμη θέλησε νὰ σοῦ τὸν ἀφήσῃ γιὰ τὴν ἀνάγκη καὶ γιὰ τὴν τροφή σου σὲ αὐτὸ τὸ θειότατο Μυστήριο. Σκέψου καλά, παιδί μου, τὰ ἀκατανόητα μεγαλεῖα αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ποὺ τὴν κάνουν σὲ ὅλα της τὰ μέρη πάρα πολὺ τέλεια καὶ ὑπέροχη.

Α´) Διότι ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε αἰώνια καὶ ἄναρχα, καὶ ὅσο εἶναι αὐτὸς αἰώνιος κατὰ τὴν Θεότητά του, ἄλλο τόσο αἰώνια εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη του, μὲ τὴν ὁποία πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἀποφάσισε νὰ μᾶς δώσῃ τὸν Υἱό του μὲ αὐτὸν τὸν θαυμάσιο τρόπο!
Γι᾿ αὐτό, εὐφραινόμενος ἐσωτερικά, μπορεῖς νὰ πῇς τὰ ἑξῆς μὲ πνευματικὴ χαρά: Λοιπὸν σὲ ἐκείνη τὴν ἄβυσσο τῆς αἰωνιότητας ἦταν ἡ μικρότητά μου, τόσο ψηφισμένη (ὑπολογισμένη) καὶ ἀγαπημένη ἀπὸ τὸν ἀπόλυτο Θεό, σὲ τέτοιο τρόπο ποὺ αὐτὸς σκεπτόταν γιὰ μένα καὶ ἐπιθυμοῦσε μὲ θέλησι τῆς ἀνεκδιήγητης ἀγάπης του νὰ μοῦ δώσῃ γιὰ βρῶσι τὸν Μονογενῆ του Υἱό;
Β´) Ὅλες οἱ ἄλλες ἀγάπες τοῦ κόσμου, ὅσο μεγάλες κι ἂν εἶναι, ἔχουν κάποιο μέτρο καὶ ὅριο καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐπεκταθοῦν περισσότερο. Ἀλλὰ μόνον αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς εἶναι χωρὶς μέτρο. Καὶ γι᾿ αὐτὸ θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ θεραπευθῆ ἐντελῶς, ἔδωσε τὸν Υἱό του, ἴσο στὴν μεγαλειότητα καὶ ἀπειρία μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μιᾶς καὶ τῆς ἴδιας οὐσίας καὶ φύσεως.
 Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τόση μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη του, ὅσο εἶναι καὶ τὸ χάρισμα, καὶ ἀντίστροφα τόσο εἶναι τὸ χάρισμα, ὅση εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη. Καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τόσο μεγάλα, ὥστε μεγαλύτερο μέγεθος δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθῇ κανένας κτιστὸς νοῦς.

Γ´) Ὁ Θεὸς δὲν παρακινήθηκε ἀπὸ καμμιὰ ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀγαπήσῃ, ἀλλὰ ἀπὸ μόνη τὴν φυσική του ἀγαθότητα καὶ ἀπὸ τὴν τόσο μεγάλη του ἀγάπη πρὸς ἐμᾶς, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν καταλάβουμε.

Δ´) Οὔτε κανένα ἔργο ἢ κάποια καλὴ πρᾶξι δική μας μπόρεσε νὰ προηγηθῆ, γιὰ νὰ δείξη ἐκεῖνος ὁ ἄπειρος Θεὸς μία τέτοια ὑπερβολὴ ἀγάπης μὲ τὴν ταλαιπωρία μας. Ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς ἐλευθερίας του μόνο, δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ σὲ μᾶς τὰ κτίσματά του, ποὺ εἴμαστε ἐντελῶς ἀνάξιοι.

Ε´) Ἂν σκεφθῇς καλὰ τὴν καθαρότητα τῆς ἀγάπης αὐτῆς, θὰ δῇς ὅτι δὲν εἶναι σὰν τὶς ἀγάπες τοῦ κόσμου, ἀναμεμιγμένη μὲ κάποιο κέρδος προσωπικό. Διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ ἀγαθά μας. Ἐπειδὴ αὐτὸς καὶ μόνος του καὶ χωρὶς ἐμᾶς εἶναι πάρα πολὺ εὐτυχισμένος, μακάριος καὶ πάρα πολὺ ἔνδοξος. Ἔτσι, χρησιμοποίησε τὴν ἀνέκφραστη ἀγαθότητα καὶ ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς, ὄχι γιὰ δική του ὠφέλεια, ἀλλὰ γιὰ δική μας!

Αὐτὰ συλλογιζόμενος καλὰ θὰ πῇς στὸν ἑαυτό σου: «Πῶς γίνεται αὐτό; Ἕνας Θεὸς Ὕψιστος νὰ βάλῃ τὴν καρδιά του σὲ ἕνα κτίσμα τόσο χαμηλό; Τί θέλεις, Βασιλιᾶ τῆς δόξης; Τί περιμένεις ἀπὸ ἐμένα, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ λίγη σκόνη καὶ κονιορτός; Βλέπω, καλά, Θεέ μου, στὸ φῶς τῆς ἀγάπης σου, ποὺ εἶναι σὰν φωτιά, ὅτι ἔχεις μόνο ἕνα σκοπό, ποὺ πλέον καθαρὰ μοῦ δείχνει τὴν ἀγάπη σου πρὸς ἐμένα ποὺ εἶναι χωρὶς δόλο.
Ἐπειδὴ δὲν μοῦ δίνεσαι γιὰ ἄλλο σκοπὸ πρὸς βρῶσι καὶ πόσι, παρὰ μόνο γιὰ νὰ μὲ μεταβάλλης ὁλόκληρο στὸν ἑαυτό σου, ὄχι διότι ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ἐμένα, ἀλλὰ ζωντας ἐσὺ σὲ μένα καὶ ἐγὼ σὲ σένα, θὰ μπορέσω νὰ γίνω διὰ μέσου τῆς ἀγαπητικῆς ἑνώσεως ὅπως ἐσὺ ὁ ἴδιος· καὶ ἀπὸ τὴν ἕνωσι τῆς δικῆς μου ἐπίγειας καρδιᾶς καὶ τῆς δικῆς σου τῆς ἐπουράνιας νὰ γίνῃ μέσα μου μία μόνη νοερὴ καὶ θεϊκὴ καρδιά».

Ἀπὸ τέτοιους λογισμούς, λοιπόν, ἐσὺ πρέπει νὰ γεμίσῃς ἀπὸ ἔκπληξι καὶ χαρά, βλέποντας τὸν ἑαυτό σου νὰ ἔχῃ τιμηθῆ τόσο πολὺ καὶ νὰ εἶναι ἀγαπημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γνωρίζοντας ὅτι αὐτὸς μὲ τὴν παντοδύναμη ἀγάπη του δὲν ζητεῖ ἄλλο, οὔτε θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ ἐσένα, παρὰ νὰ τραβήξῃ ὅλη σου τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ σὲ ξεχωρίσῃ ὡς πρῶτον ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ κατόπιν καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου, διότι εἶσαι κτίσμα· γιὰ νὰ προσφέρῃς ὅλο σου τὸν ἑαυτὸ στὸν Θεὸ ὡς ὁλοκαύτωμα καὶ γιὰ νὰ παρακινῇ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἡ μόνη του ἀγάπη καὶ θεϊκή του ἀρέσκεια τὸν νοῦ σου, τὴν θέλησί σου καὶ τὴν μνήμη σου καὶ νὰ κυβερνᾷ ὅλες σου τὶς αἰσθήσεις.
Καὶ βλέποντας μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὅτι δὲν μπορεῖ ἄλλο πρᾶγμα νὰ προξενήσῃ σὲ σένα τὰ παρόμοια θεϊκὰ ἀποτελέσματα, ὅπως τὸ πανάγιο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἄνοιξε τὴν καρδιά σου πρὸς αὐτὸ μὲ τὶς ἀκόλουθες ἐρωτικὲς καὶ ἀγαπητικὲς ἐμπνεύσεις καὶ πές: «Ὦ ὑπερουράνια βρῶσις, πότε θὰ ἔλθη ἡ ὥρα ἐκείνη ποὺ ἐγὼ θὰ θυσιασθῶ ὁλόκληρος γιὰ σένα ὄχι μὲ ἄλλη φωτιά, ἀλλὰ μὲ ἐκείνη τῆς ἀγάπης σου;
Πότε θὰ ζήσω μόνο ἀπὸ ἐσένα καὶ γιὰ σένα καὶ μόνον γιὰ σένα; Ὤ, πότε, ἡ ζωή μου; Ζωὴ ὡραία, ζωὴ εὐχάριστη καὶ αἰώνια, μάννα οὐράνιο, πότε ἐγὼ νὰ ἀηδιάσω ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐπίγεια βρῶσι καὶ νὰ ἐπιθυμήσω μόνον ἐσένα, νὰ τραφῶ μόνον ἀπὸ ἐσένα;
Πότε θὰ γίνῃ αὐτό, ὢ δική μου Γλυκύτητα; Πότε μόνον μου ἀγαθό; Ὦ Κύριέ μου, ἐρασμιώτατε, καὶ παντοδύναμε ἐλευθέρωσε αὐτὴ τὴν ἄθλια καρδιά μου ἀπὸ κάθε προσκόλημμα καὶ ἀπὸ κάθε ἐγκληματικὸ πάθος.
Στόλισέ την μὲ τὶς ἅγιες ἀρετές σου καὶ μὲ ἐκεῖνον τὸν ἀληθινὸ σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο μπορῶ νὰ κάνω τὸ κάθε τί γιὰ νὰ σοῦ ἀρέσω. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θὰ ἔλθω γιὰ νὰ σοῦ ἀνοίξω τὴν καρδιά μου. Θέλω νὰ σὲ παρακαλέσω καὶ θέλω νὰ σὲ εὐχαριστήσω, νὰ εἰσέλθης σὲ αὐτήν, μέσα στὴν ὁποία, ἐσὺ Κύριε, χωρὶς ἀντίστασι θὰ φέρῃς ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐπιθυμεῖς νὰ ἐνεργῇς».

Σὲ αὐτὲς τὶς ἀγαπητικὲς διαθέσεις μπορεῖς νὰ γυμνάζεσαι ἀπὸ τὸ ἑσπέρας καὶ τὸ πρωὶ γιὰ τὴν ἑτοιμασία τῆς ἱερᾶς Μεταλήψεως. Ἔπειτα, ὅταν πλησιάση ὁ καιρός, σκέψου ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχεις γιὰ νὰ ζήσῃς, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνος εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει μεγαλειότητα ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν καταλάβουμε, μπροστὰ στὴν ὁποία τρέμουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ὅλες οἱ ἐξουσίες! Ὅτι εἶναι ὁ Ἅγιος τῶν Ἁγίων, ὁ πιὸ καθαρὸς καθρέπτης!
Ἡ καθαρότητα ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῆ, ἀναλογικὰ μὲ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει κανένα κτίσμα καθαρό! Ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ σὰν σκουλῆκι τῆς γῆς καὶ σὰν τρυγιὰ (κατακάθι ἀπὸ σταφύλι), θέλησε γιὰ τὴν ἀγάπη τὴν δική σου νὰ καταφρονηθῆ, νὰ ἐμπαιχθῆ, νὰ σταυρωθῆ ἀπὸ τὴν κακία καὶ τὴν παρανομία τοῦ κόσμου!

Ὅτι εἶναι ὁ Θεὸς ἐκεῖνος στὰ χέρια τοῦ Ὁποίου βρίσκεται ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ ὅτι ἐσὺ ποὺ πρόκειται νὰ τὸν μεταλάβης εἶσαι ἀντίθετα ἕνα μηδὲν καὶ ἐξ αἰτίας τῆς κακίας σου ἔγινες χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ἀπὸ κάθε τιποτένιο καὶ ἀκάθαρτο κτίσμα, ἄξιος μόνον νὰ καταντροπιάζεσαι καὶ νὰ ἐμπαίζεσαι ἀπὸ τοὺς σκοτεινοὺς δαίμονες! καὶ ὅτι ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃς γιὰ τὶς τόσες ἀναρίθμητες εὐεργεσίες του, καταφρόνησες μὲ τὶς φαντασίες καὶ τὶς ὀρέξεις σου ἕνα τόσο Ὕψιστο καὶ ἀθάνατο Κύριο καὶ καταφρόνησες τὸ πολύτιμα Αἷμα του!
Ὅμως ἐκεῖνος παρ᾿ ὅλα αὐτά, ἐξ αἰτίας τῆς παντοτινῆς του ἀγάπης καὶ τῆς ἀμετάβλητης ἀγαθότητάς του σὲ προσκαλεῖ στὸ θεϊκό του Τραπέζι.
 Καὶ μερικὲς φορὲς σὲ βιάζει νὰ πᾶς, ἀπειλώντας σε μὲ θάνατο λέγοντάς σου: «Ἂν δὲν φᾶτε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πιεῖτε τὸ Αἷμα του, δὲν ἔχετε μέσα σας ζωή» (Ἰω. 6,53). Καὶ οὔτε σοῦ κλείνει τὴν πόρτα τῆς εὐσπλαγχνίας του, οὔτε σοῦ γυρίζει τὶς θεϊκές του πλάτες, ἂν καὶ σὺ ἀπὸ τὴν φύσι σου εἶσαι γεμάτος ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ἁμαρτίας, χωλός, ὑδρωπικός, τυφλός, δαιμονισμένος καὶ ὑποδουλωμένος στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας!

Αὐτὸ μόνον ζητεῖ ἀπὸ ἐσένα: α´) νὰ πονέσῃ ἡ καρδιά σου γιὰ τὴν λύπη ποὺ τοῦ προξένησες, β´) νὰ μισήσῃς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὴν ἁμαρτία, μικρὴ καὶ μεγάλη, γ´) νὰ προσφέρῃς ὅλο σου τὸν ἑαυτὸ σὲ αὐτὸν καὶ νὰ δοθῇς μὲ διάθεσι καὶ καρδιακὴ ἀγάπη πάντοτε καὶ γιὰ κάθε πρᾶγμα στὸ θέλημά του καὶ στὴν ὑποταγή του, δ´) νὰ ἐλπίζῃς καὶ νὰ ἔχῃς σταθερὴ πίστι ὅτι αὐτὸς θὰ σὲ συγχωρέσῃ, θὰ σὲ καθαρίσῃ καὶ θὰ σὲ φυλάξῃ ἀπὸ ὅλους σου τοὺς ἐχθρούς.

Καὶ ἀφοῦ στερεωθῇς ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ πλησιάσης στὴν Ἁγία Κοινωνία μὲ ἕναν ἅγιο φόβο καὶ ἕνα φόβο ποὺ προκαλεῖ ἀγάπη λέγοντας: «Ἐγώ, Κύριέ μου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ ὑποδεχθῶ, διότι τόσες καὶ τόσες φορὲς σὲ λύπησα καὶ ἀκόμη δὲν ἔκλαψα ὅπως ἔπρεπε ποὺ σὲ λύπησα. Ἐγώ, Κύριέ μου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ ὑποδεχθῶ, διότι ἀκόμη δὲν παραδόθηκα εἰλικρινὰ στὴν ἀγάπη σου, στὴν θέλησί σου, στὴν ὑποταγή σου. Ὦ Θεέ μου, Παντοδύναμε καὶ ἀπείρως ἀγαθέ, ἐσὺ μόνος μὲ τὴν δύναμι τῆς ἀγαθότητός σου ἀξίωσέ με νὰ σὲ ὑποδεχθῶ μὲ αὐτὴν τὴν πίστι».

Καὶ ἀφοῦ μεταλάβης, κλείσου ἀμέσως στὰ ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς σου καὶ λησμονώντας κάθε κτιστὸ πρᾶγμα, μίλησε μὲ τὸν Θεό σου μὲ αὐτὸν ἢ μὲ παρόμοιο τρόπο: «Ὦ Ὕψιστε Βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, τί σὲ ἔφερε στὴν καρδιά μου, σὲ μένα ποὺ εἶμαι ἄθλιος, φτωχός, τυφλὸς καὶ γυμνός;».
Καὶ αὐτὸς θὰ σοῦ ἀπαντήσῃ: «Ἡ ἀγάπη».
Καὶ σὺ πάλι πές: «Ὦ ἀγάπη ἄκτιστη! Ὦ ἀγάπη γλυκειά! Τί θέλεις ἐσὺ ἀπὸ ἐμένα;». Καὶ αὐτὸς θὰ σοῦ πῇ ὅτι δὲν θέλει τίποτε δὲν θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ ἀγάπη λέγοντας: «Δὲν θέλῳ νὰ ἀνάψῃ ἄλλη φωτιὰ στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς σου καὶ σὲ ὅλα τὰ ἔργα σου, παρὰ μόνον ἡ φωτιὰ τῆς ἀγάπης μου, γιὰ νὰ κατακάψη κάθε ἄλλη ἀγάπη καὶ κάθε προσωπικό σου θέλημα καὶ νὰ μοῦ τὸ παραδώσῃ ὡς ὀσμὴ εὐωδίας.
 Αὐτὸ ζήτησα καὶ ζητῶ πάντοτε ἀπὸ σένα. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι ὅλος δικός σου καὶ σὺ ὅλος δικός μου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν θὰ γίνῃ ποτέ, ἂν δὲν ὑποτάξης τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ μένεις προσκολημμένος στὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ σου, στὴν δική σου τὴν γνώμη καὶ σὲ κάθε ἐπιθυμία σου καὶ τιμὴ τοῦ κόσμου (φιλοτιμία).
Σοῦ ζητῶ τὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ σου γιὰ νὰ σοῦ παραδώσω τὴν ἀγάπη μου. Ζητῶ τὴν καρδιά σου γιὰ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὴν δική μου, ποὺ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ μοῦ ἀνοίχθηκε μὲ τὴν λόγχη πάνω στὸ σταυρό. Καὶ ζητῶ ὁλόκληρον ἐσένα γιὰ νὰ εἶμαι ὁλόκληρος δικός σου.
Ἐσὺ βλέπῃς ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀσύγκριτης τιμῆς, καὶ ὅμως γίνομαι τόσο, ὅσο ἀξίζεις ἐσύ. Ἀγόρασέ με λοιπόν, ὦ ψυχή μου ἀγαπημένη, μὲ τὸ νὰ δοθῇς σὲ μένα. Ἐγὼ θέλω, πολὺ ἀγαπητό μου παιδί, νὰ μὴν θέλῃς τίποτε, νὰ μὴν ἀκοῦς τίποτε, νὰ μὴν βλέπῃς τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα καὶ τὸ θέλημά μου, γιὰ νὰ θέλω κι ἐγὼ κάθε πρᾶγμα γιὰ σένα, νὰ σκέπτωμαι γιὰ σένα, νὰ σοῦ ὑπακούω, καὶ νὰ βλέπω σὲ σένα, ὥστε τὸ δικό σου μηδὲν ἀφοῦ περιέλθει στὴν ἄβυσσο τῆς ἀπειρίας μου νὰ μεταβάλλεται σ᾿ ἐκείνην, κι ἔτσι θὰ εἶσαι σὲ μένα γεμάτος ἀπὸ περιεχόμενο (δὲν θὰ αἰσθάνεσαι κενός) πάρα πολὺ εὐτυχισμένος καὶ μακάριος, καὶ ἐγὼ ἀπὸ σένα πολὺ ἱκανοποιημένος καὶ εὐχαριστημένος».

Φρόντισε νὰ αὐξήσῃς καὶ νὰ περισσέψη στὴν ψυχή σου καθημερινὰ ἡ πίστις σὲ αὐτὸ τὸ Πανάγιο Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καὶ μὴ σταματήσῃς ποτὲ νὰ θαυμάζῃς αὐτὸ τὸ τόσο ἀκατάληπτο Μυστήριο καὶ νὰ χαίρεσαι σκεπτόμενος πῶς φαίνεται ὁ Θεὸς κάτω ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ταπεινὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, γιὰ νὰ σὲ κάνῃ ἁγιώτερο, ἀξιώτερο καὶ εὐτυχέστερο. Διότι μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουν, ἀλλὰ πιστεύουν, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶδαν καὶ πίστεψαν» (Ἰω. 20,29).
Μὴν ἐπιθυμῇς νὰ σοῦ ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς στὴ ζωὴ αὐτὴ κάτω ἀπὸ ἄλλου εἴδους ἐμφανίσεις, παρὰ αὐτῆς τῶν Μυστηρίων. Προσπάθησε νὰ θερμάνης τὴν θέλησί σου στὸ Μυστήριο αὐτὸ καὶ καθημερινὰ νὰ εἶσαι περισσότερο πρόθυμος στὸ νὰ ἐκτελῇς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλα τὰ πράγματα. Καὶ πάντοτε, ὅταν προσφέρεσαι μὲ τὸ Μυστήριο αὐτὸ στὸν Θεό, δηλαδὴ ὅταν μεταλαμβάνῃς, πρέπει νὰ εἶσαι διατεθειμένος καὶ προετοιμασμένος νὰ πάθης γιὰ τὴν ἀγάπη του ὅλα τὰ βάσανα καὶ ὅλες τὶς θλίψεις καὶ τὶς περιφρονήσεις ποὺ θὰ σοῦ τύχουν καὶ κάθε σωματικὴ ἀσθένεια (97).

Τελευταῖα θὰ προσφέρῃς στὸν οὐράνιο Πατέρα τὸν Υἱό του, πρῶτα γιὰ εὐχαρίστησί του καὶ κατόπιν γιὰ τὶς ἀνάγκες σου, γιὰ ὅλη τὴν ἁγία Ἐκκλησία, γιὰ ὅλους τοὺς συγγενεῖς σου, γιὰ ὅλους ἐκείνους στοὺς ὁποίους εἶσαι χρεώστης καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀναπαυθῆ ἐν πίστει. Καὶ αὐτὴ τὴν προσφορὰ θὰ τὴν κάνῃς εἰς ἀνάμνησι καὶ ἕνωσι ἐκείνης τῆς ἴδιας προσφορᾶς, μὲ τὴν ὁποία ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πρόσφερε τὸν ἑαυτό του, δηλαδή, ὅταν αὐτὸς ὅλος γεμάτος ἀπὸ αἵματα καὶ κρεμασμένος πάνω στὸ σταυρό, προσφέρθηκε στὸν Πατέρα. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖς νὰ τοῦ προσφέρῃς ὅλες τὶς θυσίες, δηλαδή, ἱερουργίες καὶ προσευχές, ὅσες γίνονται τὴν ἡμέρα ἐκείνη στὴν ἁγία Ἐκκλησία.

______________________________________________________________________________


97. Ὁ Μέγας Βασίλειος σημειώνει καὶ ἕνα ἄλλο χρέος ποὺ ἔχουν αὐτοὶ ποὺ μεταλαμβάνουν. Διότι ὅσοι μεταλαμβάνουν καταγγέλλουν τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου μὲ τὴν Μετάληψι, ὅπως λέγει καὶ ὁ Παῦλος: «Ὅσες φορὲς τρώγετε τὸν ἄρτον αὐτὸ καὶ πίνετε αὐτὸ τὸ ποτήριο, καταγγέλλετε τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου» (Α´ Κορ. 26). Καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ἔγινε γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ μεταλαμβάνουν καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους γενικὰ σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει: «Ἐὰν ἕνας πέθανε γιὰ ὅλους ἄρα ἀπέθαναν ὅλοι, καὶ πέθανε γιὰ ὅλους» (Β´ Κορ. 5,15). Λοιπὸν ὅσοι μεταλαμβάνουν ὀφείλουν νὰ δείχνουν, γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστι καὶ γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὑπακοὴ μέχρι θανάτου καὶ νὰ μὴ ζοῦν πλέον στὸν κόσμο καὶ στὴν ἁμαρτία καὶ στὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ μόνο στὸν Θεὸ ποὺ μεταλαμβάνουν, σὲ αὐτὸν ποὺ πέθανε γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἀναστήθηκε, πάλι σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ποὺ λέγει: «Ὥστε ὅσοι ζοῦν, νὰ μὴ ζοῦν πλέον γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ πέθανε γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἀναστήθηκε» (Β´ Κορ. 5,15). Καὶ αὐτὸ λέγει ὁ ἅγιος ὅτι εἶναι δόγμα ποὺ ἔχει παραδοθῆ ἀπὸ τὸν Παῦλο. (Στὸν λόγο ὅτι «δεῖ τὸν ἀναγενηθέντα διὰ τοῦ βαπτίσματος τρέφεσθαι καὶ τὰ ἑξῆς)


πηγή/
http://www.pentapostagma.gr/2012/11/blog-post_6890.html#ixzz2BtlL7AIs

ΕΝΑΣ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ! Ἀρχιμανδρίτης Καλλίστρατος Ν. Λυράκης


«Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ΄ 21).
ΕΝΑΣ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ!
Αὐτό εἶναι τό συμπέρασμα τῆς παραβολῆς τοῦ ἄφρονος πλουσίου.Ἕνα συμπέρασμα, πού μᾶς παρουσιάζει τό τραγικό πάθημα τοῦ πλουσίου. Τό εἴδαμε! Κοπίασε σάν δοῦλος καί μόχθησε καί κακοπάθησε γιά νά συνάξει «πάντα τά γεννήματά του καί τά ἀγαθά του», καί ξαφνικά πέθανε. Πέθανε κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, ἀποκαμωμένος. Πέθανε μέ ἀκάθαρτη καί κατάμαυρη τήν ψυχή.
Ἀλλά τό πάθημα αὐτό τοῦ ἄφρονα πλουσίου δέν ἦταν μόνο γιά ἐκεῖνον. Παρόμοιο τέλος θά ἔχουν ὅλοι ὅσοι τοῦ ὁμοιάζουν. Γι’ αὐτό βλέπετε ὁ Κύριος τόνισε: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Τό ἴδιο τέλος θά ἔχει καί καθένας πού μοιάζει μέ τόν ἄφρονα πλούσιο καί θησαυρίζει στόν ἑαυτό του καί δέν πλουτίζει στόν Θεό.
Ἀξίζει τόν κόπο νά δοῦμε μέ συντομία τίς δύο αὐτές κατηγορίες ἀνθρώπων.
Καί πρῶτα, ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού θησαυρίζει στόν ἑαυτό του. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θησαυρίζει ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τό ἐγώ του, γιά τό σῶμα του καί τίς σαρκικές ἐπιθυμίες του.
Ὁ πλούσιος τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶχε κάνει κέντρο τόν ἑαυτό του. Παρακολουθήσατέ τον στίς σκέψεις του, στίς ἀποφάσεις του, στίς ἐνέργειές του. Τήν προσωπική ἀντωνυμία καί τήν κτητική τίς
χρησιμοποιεῖ συνεχῶς. Ἐγώ τί ποιήσω. Ἐγώ καθελῶ τίς ἀποθῆκες μου. Ἐγώ οἰκοδομήσω μείζονας. Καί ἐγώ ἐκεῖ «συνάξω πάντα τά γεννήματά μου καί τά ἀγαθά μου». Ὅλα τά θέλει γιά τόν ἑαυτό του. Ἕνας ἐγωκεντρισμός ἀπαράδεκτος. Ἕνας ὑλισμός ὠμός. Ἕνας ἀτομισμός πού εἶναι ξένος καί ἀλλότριος πρός τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τόν νόμο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Τί τό παράδοξο λοιπόν, νά λέει ὁ Κύριος ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός «ἐθησαύριζεν ἑαυτῷ».
Ἀλλά δέν εἶναι μόνον αὐτό. Ἡ νοοτροπία τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἄφρονα πλουσίου εἶναι τέτοια, πού τήν ἐπιτυχία τῶν σχεδίων του τήν ἐξαρτᾶ μόνο καί μόνο ἀπό τίς δικές του ἐνέργειες καί δυνάμεις. Ἔχει
διαγράψει καί ἔχει πετάξει ἀπό τό λεξιλόγιό του, ἀλλά καί ἀπό τίς πεποιθήσεις του κάθε ἄλλον παράγοντα ἐγκόσμιο καί ὑπερκόσμιο. Δέν σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος αὐτός ὅτι, τέλος πάντων, γιά νά δώσουν τά χωράφια του τήν εὐφορία ἐκείνη, πού πραγματοποιήθηκε τή χρονιά ἐκείνη, ὑπῆρξαν καί οἱ κατάλληλες βροχές καί ὁ εὔκρατος καιρός.
Πράγματα τά ὁποῖα δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἀνθρώπινη θέληση, ἀλλά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμη δέν σκέφθηκε ὁ ἄφρονας πλούσιος ὅτι καί ἄν ἀσφάλιζε «τά γεννήματά του καί τά ἀγαθά του» μέσα σέ νέες ἀποθῆκες, πού θά ἔκτιζε, ὑπάρχουν οἱ κλέπτες. Ὑπάρχουν διαρρῆκτες. Ὑπάρχουν οἱ
ἅρπαγες. Ὑπάρχουν οἱ ληστές. Ὑπάρχει «ἡ σής καί ἡ βρῶσις». Ὑπάρχουν τά τόσα αἴτια τά ὁποῖα φθείρουν καί ἐξαφανίζουν καί τά γεννήματα καί τά ὑλικά ἀγαθά. Τίποτε ἀπό αὐτά! Αὐτός στηρίζεται στόν ἑαυτό του. Γι’ αὐτό ἔρχεται σέ ὀξεῖα ἀντίθεση μέ ἐκεῖνο πού διδάσκει ὁ λόγοςτοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λόγος τοῦ Θεοῦ ταλανίζει τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, πού στηρίζουν καί ἐξαρτοῦν τά πάντα ἀπό τίς δικές τους δυνάμεις. Σεῖς, λέει, πού ἐμπιστεύεσθε μόνο τόν ἑαυτό σας καί λέγετε: «πορευσόμεθα εἰς τήνδε τήν πόλιν καί ποιήσομεν ἐκεῖ ἑνιαυτόν ἕνα καί ἐμπορευσόμεθα καί κερδήσομεν» (Ἰακ. δ’ 14). Δέν γνωρίζετε τί θά σᾶς συμβεῖ τήν ἑπομένη ἡμέρα. «Ἀντί τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐάν ὁ Κύριος θελήσῃ, καί ζήσομεν καί ποιήσομεν τοῦτο ἤ ἐκεῖνο» (Ἰακ. δ’ 15). Ἐνῶ ὁ πιστός χριστιανός τά ἐξαρτᾶ ὅλα ἀπό τήν ἀγαθή Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί λέει: Ἐάν ὁ Θεός θέλει. Ἐάν ὁ Κύριος εὐδοκήσει θά πράξω αὐτό καί τό ἄλλο. 
Ἀλλά ὁ ἄφρονας πλούσιος λησμόνησε τό σπουδαιότερο. Ποιό εἶναι;
«Οὐκ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν αὐτόν λήψεται τά πάντα, οὐδέ συγκαταβήσεται αὐτῷ ἡ δόξα αὐτοῦ» (Ψαλμ. μη’ 18). Κάποτε θά ἐρχόταν ἡ ὥρα νά πεθάνει «ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ πλούσιος». Ἄν δέν πέθαινε ἐκείνη τή νύκτα, κάποια ἄλλη ὥρα θά πέθαινε. Δέν σκέφθηκε ὁ ἄφρονας πλούσιος τί θά ἔπαιρνε μαζί του ἀπό «τά γεννήματά του καί τά ἀγαθά του»; Τίποτε. Ὁ ἀπ. Παῦλος μᾶς τό λέει σαφῶς: «Οὐδέν εἰσενέγκαμεν εἰς τόν κόσμον», τίποτε δέν φέραμε στόν κόσμο, ὅταν γεννηθήκαμεν, «δῆλον ὅτι οὐδέ ἐξενεγκεῖν τί δυνάμεθα» (Α’ Τιμ. στ’ 7). Εἶναι λοιπόν, φανερό, ὅτι ὅταν θά ἐξέλθουμε ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, τίποτε δέν θά μπορέσουμε νά πάρουμε. Τά ὑλικά ἀγαθά πού συσσωρεύουν οἱ ἄνθρωποι, ἐδῶ μένουν. Ἐκεῖνο τό ὁποῖο θά πάρουμε μαζί μας εἶναι οἱ πράξεις μας, τά ἔργα μας, τά ὁποῖα θά μᾶς συνοδεύουν στήν αἰωνιότητα. Ὅλα αὐτά λησμόνησε ὁ ἄφρονας πλούσιος. Τά λησμονοῦν καί ὅλοι ὅσοι τοῦ ὁμοιάζουν. «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ».
Καιρός τώρα νά δοῦμε, ποιός εἶναι ὁ «εἰς Θεόν πλουτῶν».
Εἶναι τό ἐντελῶς ἀντίστροφο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν ὁ ἄφρονας πλούσιος. Εἴπαμε ὅτι ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κάνει κέντρο τόν ἑαυτόν του, ἀλλά ὁ «εἰς Θεόν πλουτῶν» ἔχει κέντρον ποιόν; Τόν Θεό. Δείχνει τήν ἀγάπη του πρός τούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Πρός τούς πάσχοντας, τούς θλιβομένους, τούς δυστυχεῖς. Καί αὐτό, γιατί αὐτούς τούς ἀνθρώπους θεωρεῖ ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ.
Θέλετε ἀπόδειξη; Στήν ἐποχή ἀκόμη τῆς Π. Διαθήκης ὁ Θεός βεβαιώνει: «Ὁ ἐλεῶν πτωχόν δανείζει Θεῷ». Ἐκεῖνα πού δίνει στόν πτωχό, τόν ἄξιο προστασίας καί βοηθείας, δέν τά δίνει στόν πτωχό ἄνθρωπο, ἀλλά τά δανείζει στόν Θεό. Καί τό δάνειο αὐτό πρός τόν Θεό, τό ἀποθέτει αὐτός στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε ὅτι ἐκεῖνος πού πλουτεῖ στόν Θεό ἔχει κέντρο τόν Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς τό εἶπε αὐτό, ὅτι κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά τό διακηρύξει: «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’ 40).
Ὅ,τι καλό κάματε καί, ἀντίστροφα ὅ,τι καλό παραμελήσατε νά κάνετε στούς ἀδελφούς μου τούς ἐλαχίστους, τούς περιφρονημένους, ἐκείνους πού δέν τούς ὑπολογίζετε, τό καλό αὐτό τό θεωρῶ ὅτι τό κάνατε σέ Μένα τόν Ἴδιο: «Ἐμοί ἐποιήσατε». Βλέπετε τήν ἀβυσσώδη διαφορά–ἀντίθεση; Ὁ μέν ὑλιστής καί ἄφρονας ὅλα τά κάνει γιά τόν ἑαυτό του. Ἐγώ καί ἐμοῦ καί ἐμοί. Ὁ δέ πιστός χριστιανός ὅλα τά κάνει γιά τόν Θεό, γιά τόν Χριστό.
Γι’ αὐτόν τόν λόγο βλέπετε τούς ἁγίους τοῦ Χριστοῦ Ἀποστόλους, νά κηρύττουν καί νά μᾶς λένε ὅτι οἱ πτωχοί τοῦ κόσμου, εἶναι πλούσιοι σέ πίστη. Πλουτίζουν σέ πίστη. Δηλαδή ἔχουν ξεκολλήσει τά μάτια τους ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, τόν μάταιο καί ἐφήμερον, καί τά ἔχουν ἐστραμμένα ψηλά στόν οὐρανό. Ἔχουν λέει: «Κρείτονα ὕπαρξιν ἑαυτοῖς καί μένουσαν» (Ἑβρ. ι’ 34). Ποῦ τήν ἔχουν τήν περιουσία αὐτοί; Ὄχι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Ἐκεῖ στά οὐράνια θησαυροφυλάκια. Ἐκεῖ ὅπου ἀποθηκεύονται καί ἀποθησαυρίζονται ὅλα τά καλά ἔργα, ὅλες οἱ ἐνάρετες πράξεις, τίς ὁποῖες γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ἐκτελεῖ καί πραγματοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος πάνω στή γῆ. Τί ἄλλο θέλετε; Δέν ἀκοῦτε, ἀφ’ ἑνός τόν προφήτη καί ἀφ’ ἑτέρου τόν Ἀπόστολο,πῶς διακηρύττουν τήν ἀλήθεια αὐτή; «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα» (Β’ Κορ.θ’9). Νομίζετε ὅτι ξοδεύει, ὅτι χάνει τά ὑλικά του ἀγαθά ἐκεῖνος πού τά διαμοιράζει στούς ἔχοντας ἀνάγκη, στούς πτωχούς, στούς ἀσθενεῖς, σέ ἔργα κοινωφελῆ; Ὄχι, δέν τά σκορπάει. Δέν τά πετᾶ. Δέν τά χάνει. Ἀλλά τί; Τά ἐγγράφει ὑποθήκη πάνω στόν οὐρανό. Καί ὅταν θά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό, θά βρεῖ ἐκεῖ ψηλά περιουσία ἀμύθητη, θησαυρό ἀνέκλειπτο στόν οὐρανό. Ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει στόν μαθητήν του τόν Τιμόθεο: «Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν καιρῷ παράγγειλε μή ὑψηλοφρονεῖν, μηδέ ἐλπικέναι ἐπί πλούτου ἀδηλότητι» (Α’ Τιμ. στ’ 17). Ἀλλά τί νά κάνουν;
«Ἀγαθοεργεῖν, πλουτεῖν ἐν ἔργοις καλοῖς, εὐμεταδότους εἶναι, κοινωνικούς».Νά μεταδίδουν ἀπό τά ἀγαθά τους στούς ἔχοντας ἀνάγκη.Μέ τόν τρόπο αὐτό γίνονται πλούσιοι,σέ ἔργα ἀρετῆς καί πίστεως καί ἀγάπης στόν Θεό . 
«Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν».
Μή νομίζομεν ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται καί στηρίζεται σέ ἐπίγειους θησαυρούς. Ὄχι. Πόσοι φτωχοί πού στεροῦνται τά πάντα, εἶναι πανευτυχεῖς; Διότι, ἐάν δέν ἔχουν πλοῦτον ὑλικό, ἔχουν
πλοῦτον πνευματικό. Ἔχουν τόν Χριστό πού κατοικεῖ μέσα τους. Καί πόσοι πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι πνίγονται κυριολεκτικά μέσα στά ἀμύθητα πλούτη τους, δέν ἔχουν χαρά καί εἰρήνη στήν ψυχή τους; Διότι λείπει ὁ Χριστός. Πλουτίζουν τούς ἑαυτούς τους οἱ ἄνθρωποι αὐτοί καί δέν πλουτίζουν στόν Θεό.
Ἀλλά ἐμεῖς πρέπει νά ἐπιζητοῦμε τόν πλοῦτον εἰς Θεόν. Ἔχομε ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ πλούτου. Τοῦ πλούτου τῆς ἀρετῆς, τοῦ πλούτου τῆς ἀγάπης, τοῦ πλούτου τῆς πίστεως, τοῦ πλούτου τοῦ πνευματικοῦ.
Ἄς προσευχόμαστε νά μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεός, ὄχι νά μιμούμεθα τόν ἄφρονα πλούσιο, θησαυρίζοντες στούς ἑαυτούς μας ὑλικά ἀγαθά καί νά προσκολλόμαστε στή γῆ. Ἀλλά νά μιμούμαστε ἐκείνους πού
πλουτίζουν εἰς Θεόν θησαυρίζοντες θησαυρούς πνευματικούς. Ὁπότε, ἀπολαμβάνοντες ἀπό τήν παροῦσα ἀκόμη ζωή, τήν χαρά καί τήν εἰρήνη τήν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός στούς δικούς Του, θά ἀξιωθοῦμε νά γίνομε κληρονόμοι καί τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἀρχιμ. Καλλίστρατος Ν. Λυράκης
τ. Ἱεροκήρυκας
Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν
ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ Τεῦχος 123

 πηγή

Ο ΘΕΟΣ, Ο ..ΣΑΤΑΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΟΠΠΥ!

πηγή

Εν αρχή ο Θεός γέμισε τη γη με μπρόκολο, κουνουπίδι και σπανάκι, πράσινα, κίτρινα και κόκκινα λαχανικά όλων των ειδών, ώστε ο άνδρας και η γυναίκα να ζήσουν υγιεινά και παντοτινά

Ο σατανάς όμως δημιούργησε τα Haagen Dazs και τα διάφορα cookies. Και ρώτησε: «Λίγη ακόμη σάλτσα βύσσινου;» και ο άνδρας απήντησε: «Ευχαρίστως!» και η γυναίκα πρόσθεσε: «Παρακαλώ για μένα άλλη μια ζεστή βάφλα με σαντιγύ!».

Και έτσι πήραν και οι δύο από 5 κιλά .

Και ο Θεός δημιούργησε το γιαούρτι, ώστε να διατηρήσει η γυναίκα το σώμα της όπως άρεσε στον άνδρα.

Και ο σατανάς δημιούργησε από το σιτάρι το άσπρο αλεύρι και από το ζαχαροκάλαμο τη ζάχαρη και τα συνδύασε.

Και η γυναίκα άλλαξε νούμερο στην ένδυσή της και πήγε από το 38 στο 46.

Και έτσι είπε ο Κύριος: «Δοκίμασε το φρέσκο μαρούλι μου!»

 Και ο σατανάς... εφεύρε το ντρέσσιγκ και το σκορδόψωμο ως συνοδευτικά.
Και οι άνδρες και οι γυναίκες μετά από αυτή την απόλαυση άνοιξαν τις ζώνες τους κατά τουλάχιστον μία τρύπα.

 Ο Κύριος όμως είπε: «Σας έδωσα φρέσκα λαχανικά και ελαιόλαδο, στο οποίο να μαγειρεύετε υγιεινά!»

Και ο σατανάς συνόδεψε τα φαγητά αυτά με δεύτερο πιάτο, από νόστιμες μπουκίτσες από ψωμάκια, τυράκια camembert, αστακό σε βούτυρο μυρωδάτο και φιλετάκια κοτόπουλου.
 Και οι τιμές χοληστερίνης του ανθρώπου ανέβηκαν στα ουράνια.

 Έτσι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο αθλητικά παπούτσια, ώστε να χάσει μερικά κιλά με την άθληση...
Και ο σατανάς δημιούργησε την δορυφορική τηλεόραση και τα DVD μαζί με τα τηλεχειριστήρια, για να μην κουράζεται ο άνθρωπος με το ζάπινγκ.

Και οι άνδρες και οι γυναίκες γελούσαν και έκλαιγαν μπροστά την οθόνη και άρχισαν να φοράνε ελαστικές φόρμες αδυνατίσματος.

 Έτσι ο Θεός δημιούργησε την πατάτα, φτωχή σε λίπος και πλούσια σε κάλιο και γεμάτη θρεπτικές ουσίες.

 Και ο σατανάς αφαίρεσε την φλούδα και έκοψε το εσωτερικό της σε πατατάκια, τα οποία τηγάνισε και τα κάλυψε με πολύ αλάτι..

Και ο άνθρωπος πήρε μερικά κιλά ακόμη...

Ο Θεός όμως έφερε το άπαχο κρέας, ώστε τα τέκνα του να χορταίνουν προσλαμβάνοντας λιγότερες θερμίδες.

Και ο σατανάς έφερε τα Goodys και το τσίζμπουργκερ των 99 λεπτών.

Και ρώτησε ο σατανάς: «Θέλεις και τηγανητές πατάτες;»

Και είπε ο άνθρωπος: «Βεβαίως, μια μεγάλη μερίδα με μαγιονέζα!».

Kαι σχολίασε ο σατανάς: «Έτσι μπράβο!» Και ο άνθρωπος έπαθε έμφραγμα.

Και ο Θεός αναστέναξε και δημιούργησε το τετραπλό μπαϊ-πάς της καρδιάς.

Και τότε ο σατανάς είπε 'είπαμε να παίζουμε τίμια'...
                         ...Και δημιούργησε τον ΕΟΠΥΥ.


Αυτοί είναι οι Μασόνοι Πολιτικοί στην Ελλάδα

Περί φιλίας! Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως


Φιλία είναι αγάπη υγιούς ψυχής προς ψυχή επίσης υγιή. Η φιλία ως απόρροια υγιούς ψυχής είναι ιερή, αγνή, ακέραιη, πιστή, σταθερή, ειλικρινής, θαρραλέα, αληθινή, αιώνια. 

Η φιλία είναι αρετή, γιατί θεμελιώνεται στο ήθος και την καλή διαγωγή της ψυχής. Γι' αυτό και μόνο με την αρετή συνάπτεται και αυτής γίνεται εραστής και αυτήν αγκαλιάζει, μένοντας μαζί της πάντοτε.

Η φιλία σαν αρετή, έλκεται από το όμοιο και αναπαύεται με τις συγγενείς αρετές. Είναι σύνδεσμος δύο όμοιων ψυχών. Είναι πάθος συνετής ψυχής και συνδέει τους φίλους με σφοδρή αγάπη. Συνδέει δε με πόθο τους ανθρώπους που έχουν από τη φύση τους την τάση να διασπώνται.


Η φιλία έχει σταθερό και ασυμβίβαστο ήθος. Είναι η φιλία ένα είδος ηθικής ευχαρίστησης, που κατευχαριστεί την ψυχή. Η φιλία υπομένει τα πάντα, συμπάσχουσα και συμπαραστεκόμενη.


Ο Αριστοτέλης έχει πει: "Φιλία είναι μία ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα". Η φιλία είναι πιο δυνατή από τη συγγενική αγάπη, διότι η μεν συγγενική αγάπη είναι έργο ανάγκης, η φιλία όμως βασίζεται στη θέληση. 

Η φιλία υπαγορεύει ευλάβεια προς τα ιερά των φίλων, αγνότητα στη συμπεριφορά, ακεραιότητα στα ήθη, πίστη στον χαρακτήρα, σταθερότητα στις αποφάσεις, ειλικρίνεια στους λόγους, θάρρος στο να ειπωθούν τα ορθά και ωφέλιμα και στο να λέγεται η αλήθεια.

Η φιλία είναι το στήριγμα για την ευτυχία δύο αγαθών ανθρώπων, γιατί μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων μπορεί να αναπτυχθεί η αληθινή φιλία. 

Ο Πλάτων λέει: "Φιλία είναι η ομόνοια υπέρ των καλών και των δικαίων. Η θέληση για κοινό τρόπο ζωής, ίδιος τρόπος σκέψης και πράξης, ζωή με αρμονία και καλή διάθεση ώστε να υπάρχει ομόνοια, συνοδοιπορία τόσο στα ευχάριστα, όσο και στα δυσάρεστα".

Τρία είναι τα είδη της φιλίας: αυτή που βασίζεται στην αρετή, αυτή που θεμελιώνεται στο συμφέρον και αυτή που υπάρχει από συνήθεια. Άριστη όμως είναι η χάριν της αρετής φιλία, γιατί τη στερεώνει η αρετή της αγάπης."

“Το Γνώθι Σ’αυτόν”
Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Η καύχηση για τον πνευματικό μας πατέρα.



Συχνό και το φαινόμενο τούτο. Πολλοί επαίρονται για τον γέροντά τους.
 Και ευκαίρως-ακαίρως αναφέρονται σ' αυτόν όμως κατά τρόπο, 
ο οποίος εκφράζει τη δική τους πνευματική γυμνότητα 
και τον επικίνδυνο γλυκερό συναισθηματισμό τους.
 Το φαινόμενο δεν είναι υγιές. 
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μας εφιστά την προσοχή: 
«Μη επαρθής διά τον σον διδάσκαλον παρά μειζόνων τιμώμενος, 
μηδέ διά το εκείνου όνομα πολλούς έχων υπακούοντάς σου, χαίρε
 δε μάλλον εάν το όνομα σου γραφή εν τω ουρανώ της ταπεινώσεως» 
(Κατήχ. 20, SC 104, 338).

Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ομιλεί με μεγαλύτερη αυστηρότητα:

«Είδον αδόκιμον μαθητήν επί τοις του διδασκάλου κατορθώμασιν
 επί τινων ανθρώπων καυχώμενον. και μέντοι δοκών δόξαν εαυτώ 
εκ του αλλοτρίου σίτου περιποιήσασθαι, ατιμίαν μάλλον εαυτώ 
προεξένησε, πάντων προς αυτόν ειρηκότων. και πως δένδρον
 καλόν κλάδον άκαρπον ήνεγκεν;» (Κλίμαξ 4, PG 88, 713Α).

Προσοχή χρειάζεται και σε ένα άλλο παρεμφερές φαινόμενο. 
Πρόκειται για την παρρησία που μπορεί να έχει ο πνευματικός
 μας πατέρας ενώπιον του Θεοϋ. Οι Πατέρες μας, λοιπόν, μας
 συνιστούν ότι δεν θα πρέπει να επαναπαυόμαστε σ' αυτήν. 
Ούτε να περιοριζόμαστε στο να ζητούμε να προσεύχονται 
για μας. Οφείλουμε ν' αγωνιζόμαστε κι εμείς με ζήλο χάριν
 της σωτηρίας μας.

Κάποτε, αναφέρει το Γεροντικό, ένας αδελφός επισκέφθηκε
 τον Μέγα Αντώνιο και τον παρακάλεσε: «Εύξαι υπέρ εμού». 
Και ο γέροντας του απάντησε: « Ουδέ εγώ σε ελεώ, ουδέ ο 
Θεός, εάν μη συ αυτός σπουδάσης, και αιτήση τον Θεόν» 
(Γεροντικόν, ήτοι Αποφθέγματα αγίων γερόντων,
 έκδ. Π.Β. Πάσχου, Αθήναι 1961, σ. 2β).
 Δηλαδή: Ούτε εγώ, ούτε ο Θεός θα σε ελεήσει,
 αν συ ο ίδιος δεν προσπαθήσεις και δεν παρακαλέσεις 
τον Θεό.

Ας μην απορούμε για την κατάντια μας!


Γιατί απορούμε για το κατάντημα μας! Γιατί ψάχνουμε απάντηση στα αμέτρητα 
"γιατί" που τριγυρίζουν στη σκέψη μας;

Για κάποιον που θα είχε δυνατότητα να κάνει αυτοκριτική είναι όλα ξεκάθαρα !

Εμπιστευτήκαμε ανθρώπους περισσότερο από τον Θεό! Πιστέψαμε στο δημιούργημα
 και αγνοήσαμε τον Δημιουργό! 

Εναποθέσαμε όλες τις ελπίδες μας στην ανθρώπινη φύση που έχει ροπή προς 
την αμαρτία και ξεχάσαμε τον Τέλειο και Μοναδικό Θεό! Απομακρυνθήκαμε
 από την αληθινή διδασκαλία της πίστης μας και υιοθετήσαμε τη ψεύτικη της
 πρόσκαιρης ζωής!



Προτιμήσαμε την υλική ανταμοιβή από την πνευματική! Κτίσαμε όλοι τη ζωή 
μας σε ένα τεράστιο ψέμα! Και όπως κάθε ψέμα όσο όμορφο κι ελκυστικό να
 φαίνεται πάντοτε μπροστά στην Αλήθεια θα καταρρέει! Και η Αλήθεια αργά 
ή γρήγορα αποκαλύπτεται και τώρα απλά βιώνουμε αυτήν την αποκάλυψη 
και ο ψεύτικος κόσμος που κτίσαμε για να ζήσουμε, τώρα καταρρέει 
σαν πύργος από τραπουλόχαρτα!

Αλλά τόσα χρόνια μέσα στο ψέμα γίναμε κι εμείς ψεύτικοι! Και τώρα δεν 
μπορούμε να ζήσουμε στην Αλήθεια! Κι ο εγωισμός μας δεν μας αφήνει να
 παραδεχτούμε το λάθος μας, να μετανοήσουμε και να επιστρέψουμε στο 
δρόμο της Αλήθειας! Αλλά προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να σώσουμε
 ότι μπορούμε από το ψέμα μας!

Πόσο μικροί κι αδύναμοι είμαστε τελικά! Πόσο δειλοί και πόσο αχάριστοι! 
Δεν έχουμε το σθένος να παραδεχτούμε τα λάθη μας και να ζητήσουμε 
μετανιωμένοι συγχώρεση από τον μοναδικό που μπορεί να μας βοηθήσει, 
τον Κύριό μας Ιησού Χριστό! Δεν μας ζητάει τίποτα περισσότερο! Μόνο να 
Τον εμπιστευτούμε!

Ο Θεός Έγινε Άνθρωπος (Μ. Αθανασίου)




«Διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσεν», ερμηνεία Μ. Αθανασίου.

«Όταν λοιπόν γράφει· 
«τούτο φρονείσθω εν υμίν, ο και εν Χριστώ Ιησού, ος εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το ειναι ισα θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσεν και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται οτι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός».

Θα μπορούσαν να υπάρξουν πιο καθαρά και πιο αποδεικτικά λόγια απ’ αυτά; Δεν έγινε δηλαδή καλύτερος ενώ ήταν κατώτερος, αλλά μάλλον, ενώ ήταν Θεός, έλαβε την μορφήν του δούλου, και με το να την λάβη δεν εβελτιώθη, αλλ’ εταπείνωσε τον εαυτό του. Που βρίσκεται λοιπόν εις αυτά ο μισθός δια την αρετήν, η οποία υπήρξε η προκοπή και η βελτίωσις εις την ταπείνωσιν; Εάν δηλαδή, ενώ είναι Θεός, έγινεν άνθρωπος, και αφού κατέβη εξ ύψους, λέγεται ότι υψούται, που υψούται αφού είναι Θεός; Και τούτο πάλιν φανερώνει ότι, αφού ο Θεός είναι Ύψιστος, κατά ανάγκη πρέπει να είναι Ύψιστος και ο Λόγος αυτού. Που λοιπόν ημπορούσε να υψωθή περισσότερον αυτός που υπάρχει εν τω Πατρί, και είναι κατά πάντα όμοιος του Πατρός; Λοιπόν, δεν έχει ανάγκη καμίας προσθήκης και δεν είναι όπως τον θεωρούν οι Αρειανοί. Διότι εάν ο Λόγος κατέβη δια να υψωθή, και εάν αυτό εννόουν τα γραφόμενα, ποια ανάγκη καθ’ ολοκληρίαν υπήρχε και να ταπεινώση τον εαυτό του, δια να ζητήσει μετά να λάβη κάτι, το οποίον είχε; Και ποίαν χάριν έλαβεν αυτός που δίδει την χάριν; Ή πως έλαβε το όνομα να προσκυνείται, αυτός ο οποίος προσκυνείται πάντοτε εν τω ονόματι αυτού;Αλλά και πριν γίνει άνθρωπος οι άγιοι παρακαλούν· 
«Θεέ σώσον με εν τω ονόματί σου», και πάλιν «ούτοι εν άρμασιν, και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα». Και από μεν τους πατριάρχας επροσκυνείτο, δια δε τους αγγέλους έχει γραφή· «Και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού».

Εάν δε, όπως ψάλλει ο Δαβίδ εις τον εβδομηκοστόν πρώτον Ψαλμόν· 
«Προ του ηλίου διαμένει το όνομα αυτού» και «Προ της σελήνης εις γενεάς γενεών», πως ελάβανεν ότι είχε πάντοτε, και μάλιστα το είχε πριν τώρα το λάβη; Η πώς υψούται αυτός που ήταν Ύψιστος και πριν υψωθεί; Ή πως έλαβε το δικαίωμα να προσκυνήται αυτός που, πριν τώρα το λάβη, επροσκυνείτο; Δεν είναι τούτο αίνιγμα, αλλά Θείον Μυστήριον· «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος», προς χάριν μας δε αργότερον «ο Λόγος σάρξ εγένετο». Και αυτό που λέγεται τώρα, ότι δηλαδή υπερύψωσε, δεν εννοεί ότι υψούται η ουσία του Λόγου, διότι αυτή υπήρχε πάντοτε και υπάρχει εν Θεώ, αλλά τούτο σημαίνει ύψωσιν της ανθρωπίνης φύσεως. Δεν ελέχθησαν λοιπόν αυτά παρά μόνον μετά που έγινεν ο Λόγος άνθρωπος, και τούτο δια να καταστή φανερόν ότι το εταπείνωσε, και το υπερύψωσεν αναφέρονται εις την ανθρώπινην φύσιν. Εις εκείνον δηλαδή που αρμόζει η ταπεινότης, εις αυτόν θα πρέπη να συμβαίνει και η ύψωσις. Και εάν εγράφη το εταπείνωσεν, επειδή προσέλαβε την σάρκα, είναι φανερόν ότι και το υπερύψωσεν αναφέρεται εις την σάρκα. Διότι ο άνθρωπος εχρειάζετο την υπερύψωσιν, ένεκα της ταπεινότητος της σαρκός και του θανάτου.

Επειδή λοιπόν ως άνθρωπος ο Λόγος, ενώ είναι εικών του Πατρός και αθάνατος, έλαβε την μορφήν του δούλου, και υπέφερε προς χάριν μας τον θάνατον εις την σάρκα του, ώστε με τον τρόπον αυτόν να προσφέρει δια του θανάτου τον εαυτό του υπέρ ημών εις τον Πατέρα, δια τούτο λέγεται ότι υπερυψούται ως άνθρωπος δι’ ημάς και υπέρ ημών, ώστε, όπως δια του θανάτου του Χριστού όλοι εμείς απεθάνομεν εν Χριστώ, κατά τον ίδιον τρόπον πάλιν να υπερυψωθώμεν εν τω ιδίω τω Χριστώ. Τούτο θα συμβεί βεβαίως με το να αναστηθώμεν εκ των νεκρών και με το να ανέλθωμεν εις τους ουρανούς, «ένθα πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς
»«ουκ εις αντίτυπα των αληθινών, αλλ’ εις αυτόν τον ουρανόν νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπέρ ημών». Εάν δε τώρα ο Χριστός εισήλθεν εις αυτόν τον ουρανόν υπέρ ημών, παρά το ότι και προ του γεγονότος τούτου ήταν πάντοτε Κύριος και δημιουργός των ουρανών, άρα και το ότι υψώθη τώρα εγράφη δι’ ημάς.

(Λόγος κατά Αρειανών Α', Απόσπασμα κεφ. 40-41, Έργα Μεγάλου Αθανασίου, ΕΠΕ 2).


Εικόνα με τον Παντοκράτορα, του 16ου αιώνα.
Κρητικής Σχολής, ενυπόγραφο έργο του γνωστού αγιογράφου Ιωάννου Περμενιώτη

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ




«τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος» (Ψλμ. 15,3)

Ένας από τους ασκητές της εποχής μας, ο γέρων Πορφύριος, είχε πει στα πνευματικά του τέκνα ότι μετά την κοίμησή του θα είναι πιο κοντά τους απ’ όσο ήταν εν ζωή, διότι πλέον δεν θα υπάγεται στους βιολογικούς νόμους του ανθρωπίνου σώματος. Έτσι και ο Άγιος Μηνάς, επί χίλια επτακόσια χρόνια τώρα μετά την εκδημία του, δεν έχει πάψει να βρίσκεται κοντά στους πιστούς, βοηθώντας όσους με πίστη και ελπίδα στον Θεό τον επικαλούνται.
Από τα πολλά θαύματα του Αγίου που διασώζει η παράδοση θα αναφερθούν στη συνέχεια λίγα και χαρακτηριστικά.



Κάποιος χριστιανός από την Κωνσταντινούπολη, οδεύοντας για το πανηγύρι του Αγίου Μηνά και έχοντας μαζί του αρκετά χρήματα, κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος είδε τα ξένα χρήματα και, κυριευμένος από απληστία, σκότωσε τον προσκυνητή, τον διεμέλισε και έβαλε τα κομμάτια  του σε μία σπυρίδα (ζεμπίλι). Ενώ σκεφτόταν πού να θάψει τα μέλη του θύματόςτου για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα, καταφθάνει στο ξενοδοχείο ένας έφιππος στρατιώτης, ο Άγιος Μηνάς, και τον ρωτάει επίμονα πού βρίσκεται ο προσκυνητής. Ο ξενοδόχος τον διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε αλλά ο Άγιος ξεπεζεύει, εισέρχεται στα ενδότερα του ξενώνα, βρίσκει την σπυρίδα, την φέρνει μπροστά του και τον ρωτάει με φοβερό και άγριο βλέμμα να του πει ποιος είναι ο νεκρός.
Τότε ο φονιάς έφριξε, πέφτοντας άφωνος και τρέμων στα πόδια του άγνωστου ιππέα. Ο Άγιος συνάρμοσε τα μέλη του
θύματος, προσευχήθηκε και ανέστησε το νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του να δοξάζει τον Θεό. Ο αναστημένος, σαν να είχε εγερθεί από τον ύπνο, κατάλαβε όσα έπαθε, εδόξασε τον Θεό και προσκύνησε τον Άγιο.
Μόλις ο φονιάς συνήλθε από τον τρόμο του και σηκώθηκε, του πήρε ο Άγιος τα κλεμμένα χρήματα και τα επέστρεψε στον προσκυνητή λέγοντάς του να συνεχίσει τον δρόμο του.
Έπειτα, για να ολοκληρώσει την ευεργεσία του Θεού, στράφηκε προς τον ξενοδόχο, τον έδειρε όπως του άξιζε, τον ενουθέτησε, του έδωσε συγχώρηση για το έγκλημά του προσευχόμενος γι’ αυτόν, καβάλησε το άλογό του και έγινε άφαντος. Τότε μόνοκατάλαβε ο ξενοδόχος ότι ο στρατιώτης αυτός ήταν ο Άγιος Μηνάς, γεγονός που θυμίζει την εμπειρία των δύο Αποστόλων κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, με την συντροφιά του αναστημένου Χριστού. (Λουκ. 24,31).
Ευρύτατη δημοσιότητα έχει δοθεί σε περιστατικό όμοιο με το παραπάνω, δηλαδή ανάσταση διαμελισμένου νεκρού, το οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σε εφημερίδες, περιοδικά και στο διαδίκτυο, συνέβη πολύ πρόσφατα, το έτος 2004, με θαυματουργό επέμβαση της Παναγίας η οποία ανέστησε δολοφονημένο Σαουδάραβα Μουσουλμάνο που πήγαινε στο Ορθόδοξο Μοναστήρι της Παναγίας Σαϊντανάγια στον Λίβανο. (περιοδικό  «Ελληνορθόδοξη  οικογένεια», τ. 108, σελ. 5-7, 10-11-12/2005, έκδοση Πανελλήνιας Ένωσης Φίλων των Πολυτέκνων, Αθήνα).



Κάποιος πλούσιος χριστιανός έταξε στον Άγιο Μηνά να προσφέρει έναν ασημένιο δίσκο στο ναό του. Παρήγγειλε λοιπόν στον αργυροχόο δύο δίσκους και του ζήτησε στον μεν ένα να γράψει το όνομα του Αγίου στον δε άλλον το όνομα το δικό του. Επειδή όμως ο δίσκος ο προορισμένος για τον Άγιο έγινε λαμπρότερος και ωραιότερος, ο χριστιανός, από απληστία κινούμενος, δίχως να ντραπεί τον κράτησε για τον εαυτό του.
Ταξιδεύοντας λοιπόν στη θάλασσα, δείπνησε στο πλοίο χρησιμοποιώντας ασυλλόγιστα και χωρίς ευλάβεια τον δίσκο του Αγίου. Μετά το δείπνο ο υπηρέτης του ανευλαβούς χριστιανού προσπάθησε να πλύνει τον δίσκο στη θάλασσα με αποτέλεσμα να του πέσει στο νερό και να βυθισθεί. Τότε ο νεαρός υπηρέτης φοβήθηκε  πολύ, σάστισε και, προσπαθώντας να πιάσει τον δίσκο, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα.
Όταν ο κύριός του αντελήφθη το συμβάν, συναισθάνθηκε ότι πλήρωνε τα επίχειρα της απληστίας του και τυπτόμενος από την συνείδησή του, παρακαλούσε τον Θεό να βρει έστω το λείψανο του μικρού υπηρέτη του, τάζοντας να δώσει στο ναό του Αγίου Μηνά και τον δεύτερο δίσκο, και τα χρήματα που άξιζε ο χαμένος στη θάλασσα δίσκος. Αφού βγήκε στη στεριά περίμενε με αγωνία στην ακρογιαλιά μήπως και εκβρασθεί το πτώμα του υπηρέτη. Και ενώ παρατηρούσε τη θάλασσα, βλέπει τον μικρό να βγαίνει ζωντανός από το νερό κρατώντας στα χέρια του και τον ασημένιο δίσκο του Αγίου!
Ο πλούσιος έφριξε από το θαύμα και έβγαλε φωνή μεγάλη την οποία ακούγοντας οι επιβάτες του πλοίου βγήκαν όλοι έξω και, βλέποντας το συμβάν, ρωτούσαν τον υπηρέτη, που τους διηγήθηκε τα εξής: «Μόλις έπεσα στη θάλασσα, παρουσιάσθηκαν μπροστά μου τρεις άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος  από αυτούς φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν νεαρός και ο τρίτος ήταν Διάκονος. Αυτοί οι τρεις με πήραν μαζί τους από τον βυθό και  περπατώντας χθες και σήμερα, με έφεραν μέχρι εδώ».
Ο κύριος του παιδιού και οι επιβάτες του πλοίου ακούγοντας το εξαίσιο θαύμα, εδόξαζαν τον Θεό και εθαύμαζαν για τους τρόπους που χρησιμοποιεί προκειμένου οι άνθρωποι  «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (2 Τιμόθ. 3,7).
Οι τρεις που έσωσαν τον υπηρέτη ήταν ο Άγιος Μηνάς (ο στρατιωτικός), ο Άγιος Βίκτωρ (ο νεαρός) και ο Άγιος Βικέντιος (ο Διάκονος).
Οι δύο τελευταίοι Άγιοι εμαρτύρησαν την ίδια ημέρα με τον Άγιο Μηνά. Τον 2ο αι. μ.Χ.. ο Άγιος Βίκτωρ γδάρθηκε ζωντανός από τους ειδωλολάτρες και τον 3ο αι. μ. Χ. ο Άγιος Βικέντιος πέθανε έπειτα από σταύρωση και εξάρθρωση των μελών στην οποία τον υπέβαλαν οι βασανιστές του. Τιμώνται μαζί με τον Άγιο Μηνά την 11η  Νοεμβρίου.



Ακόμη ένα θαύμα του Αγίου Μηνά έλαβε χώρα το 1826 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος. Το 1821, μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821, στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826, οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα  απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.
Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.
Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του. 
Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του. Το θαύμα αυτό του  Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.



«
Μεταξύ των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος πατήρ Γεώργιος, ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος  της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε, και μεγάλος Άγιος, ανάλογα με την εποχή μας.», γράφει ο Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης.
Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης (1809-1886), «ο μέγας και περιβόητος ασκητής», ασκήτευσε στο Άγιον Όρος επί μακρό χρονικό διάστημα. Επί αρκετά χρόνια έμενε στην Κερασιά, στο μεγάλο Κελλί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά, ως υποτακτικός του Παπα-Νεόφυτου στην αρχή και ως Γέρων της Συνοδείας από το 1848 και έπειτα. «Κάποτε, ενώ ο Γέροντας ησχολείτο με το εργόχειρο, κατά λάθος κατάπιε μεγάλη βελόνα και προσευχήθηκε προς τον μεγαλομάρτυρα Μηνά.
Στάθηκε τότε ο άγιος ενώπιόν του, έβαλε το χέρι στον λαιμό του και έβγαλε την βελόνα.».



Το 1942, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπό τον Ρόμμελ δυνάμεις του Άξονα στην Αφρική είχαν καταφέρει να προελάσουν τόσο ώστε να είναι ορατός ο κίνδυνος να φθάσουν στην Διώρυγα του Σουέζ. Στην περιοχή του Ελ Αλαμέϊν  (αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά), όπου βρισκόταν τα ερείπια ναού του Αγίου Μηνά και ίσως και ο τάφος του, οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την αποφασιστική σύγκρουση η οποία θα έκρινε το αν οι Σύμμαχοι θα κατάφερναν να παραμείνουν στην Αφρική.
Μεταξύ των συμμαχικών στρατευμάτων βρισκόταν και ελληνική στρατιωτική δύναμη, η οποία πήρε μέρος στη μάχη. Ένα από τα βράδια εκείνα, πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Μηνά να βγαίνει από τα ερείπια του ναού του οδηγώντας  ένα καραβάνι με καμήλες, όπως απεικονίζεται σε μία από τις παλαιές αγιογραφίες του ναού του, και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των εχθρικών δυνάμεων.
Η εμφάνιση αυτή κατατρόμαξε τους Γερμανούς και υπονόμευσε καίρια το ηθικό τους, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.
Σε ανταπόδοση της ευεργεσίας αυτής του Αγίου παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο τόπος εκείνος και ξανακτίσθηκε ο ναός καθώς και μοναστήρι του Αγίου Μηνά.




Τις πληροφορίες για τον βίο και τα θαύματα του Αγίου Μηνά αντλήσαμε από τα βιβλία:

1. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος 11ος, μην Νοέμβριος, έκδοσις 5η, υπό του Επισκόπου Οινόης Ματθαίου Λαγγή, Αθήναι, 1996

2. Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, διασκευή εκ του Γαλλικού: Ξενοφών Κομνηνός, τόμος 3ος, Νοέμβριος, Ίνδικτος, Αθήναι, 2004

3. Γεώργιος Β. Μαυρομάτης: Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς ο Αιγύπτιος, Ιερόν Ησυχαστήριον Αγίου Μηνά, Βίγλα, Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, Άγιον Όρος, 1998

4. Ιερομόναχος Αντώνιος: Αγιορείτες Πατέρες του ΙΘ΄ αιώνος, τόμος Ε΄, Ίνδικτος, Αθήναι, 2005

5. Γέρων Παϊσιος Αγιορείτης: Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης  1809-1886, Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 6η έκδοση, 2001
πηγή

Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΠΑΣΕΙΣ ΤΗΣ «Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθεν κατ’ αὐτὸν καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη…»τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ.κ. Ἱεροθέου


 Καθολικότητα τς κκλησίας κα ο διασπάσεις ατς 

Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 203-207

 «Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθεν κατ’ αὐτὸν
καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη…»
. (Λουκ. ι´ 33)

.           Τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης ἔδειξαν ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία γιὰ τὸν περιπεσόντα στοὺς ληστάς, ὁ Σαμαρείτης, ποὺ στὴν ἐποχὴ τοῦ Κυρίου ἐθεωρεῖτο κάτι τὸ βδελυκτὸ καὶ μισητό, διότι εἶχε μολύνει τὴν Ἰουδαϊκὴ Θρησκεία, ἔδειξε ἀγάπη καὶ ἔλεος. Αὐτὴ ἡ παραβολή, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπως καὶ ἄλλα σχετικὰ σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, δείχνουν τὴν παγκοσμιότητα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
.            Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θυσία Του ὑπερέβη τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ἰουδαϊκῆς γῆς, περιέλαβε στὸ ἔργο Του ὅλο τὸν κόσμο καὶ προσέφερε τὴν θυσία Του γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
.           Δὲν ξέρω γιατί τὸ θέμα ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ πηγαίνει στὴν ἔννοια τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι βρίσκομαι ἔξω ἀπὸ τὸ θέμα, ἀλλὰ νομίζω, πὼς ἡ περίπτωσι αὐτὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν περίπτωση τῶν «εὐσεβῶν» Ἰουδαίων τῆς παραβολῆς, μοῦ ἀνοίγει αὐτὸ τὸν δρόμο καὶ μοῦ δίνει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Θὰ ἐπιδιώξουμε ἑπομένως νὰ διατυπώσουμε μερικὲς σκέψεις γύρω ἀπὸ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς διαστάσεις αὐτῆς.

 Ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας

.           Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, εἶναι ἡ καθολικότητα. «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ λέξη καθολικὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ καθ’ ὅλου, ποὺ σημαίνει τὴν ἀναφορὰ στὸ ὅλο, σημαίνει τὸ ὁλοκληρωμένο, τὸ ἀληθινό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Καθολική, γιατί ὡς Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ὡς Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, περιέχει τὰ πάντα. Περιλαμβάνει «τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι» (Κολ. α’ 16). Σύμφωνα μὲ τὴν διατύπωσι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων ἡ Ἐκκλησία «Καθολικὴ καλεῖται διὰ τὸ κατὰ πάσης εἶναι τῆς οἰκουμένης ἀπὸ περάτων γῆς ἕως περάτων καὶ διὰ τὸ διδάσκειν καθολικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ εἰς γνῶσιν ἀνθρώπων ἐλθεῖν ὀφείλοντα δόγματα…».
.            Ἑπομένως ὁ ὅρος Καθολικὴ συμπίπτει μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ διαφυλάσσει τὴν ἀλήθεια, ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Κύριος, ὅπως τὴν φανέρωσε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ὅπως τὴν βίωσαν καὶ τὴν παρέδωκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ Ὀρθοδοξία κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλωθῆ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δόθηκε ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε οἱ Ἀπόστολοι ἐκήρυτταν μὲ ξένες γλῶσσες τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος παρήγγειλε στοὺς μαθητάς του: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ιϛ´ 15). «Μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Ὁ ἴδιος τόνισε ὅτι καὶ «ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης. Κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμὴν» (Ἰωάν. ι’ 16). Ὁ δὲ Ἀπόστολός Του γράφει: «οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ. Πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ’ 28).
.           Στὴν συνέχεια θὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε μερικὲς διασπάσεις τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας.

 Ἡ αἵρεση διάσπαση τῆς καθολικότητος

.           Ἀφοῦ, ὅπως ἐλέχθη, τὸ καθολικὸ εἶναι τὸ ὁλόκληρο, τὸ ἀληθινό, κάθε παραχάραξι αὐτῆς τῆς ἀλήθειας, ποὺ μᾶς ἀπεκαλύφθη, εἶναι διάσπασι. Αὐτὸ λέγεται αἵρεσι. Ἄλλωστε ἡ αἵρεσι εἶναι ἡ μερικότητα καὶ ἡ ἀποσπασματικότητα τῆς ἀλήθειας. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεσι καὶ κάθε ἄλλη διάσπασι, διασπᾶ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἴδια διασπᾶται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Γιατί κατὰ τὸν Φιλάρετο Μόσχας «ἂν μία πόλη ἢ μία χώρα ὁποιαδήποτε χωρισθῆ ἀπὸ τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία θὰ μείνη καὶ πάλι ἕνα σῶμα ἀκέραιο καὶ ἀδιάσπαστο». Ἑπομένως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε Καθολικοί, ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ συνήθως ὀνομάζονται ἔτσι, οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως, διαφορετικὰ πρέπει νὰ καλοῦνται. Καθολικὸς Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος, ποὺ κατέχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ διδάσκει Ὀρθόδοξα τὴν ἀλήθεια. Καὶ Καθολικὸς Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ πιστεύει καθολικὰ (Ὀρθόδοξα) καὶ ζῆ καθολικὰ (δηλ. εὐαγγελικά, ἐνάρετα).

 Ὁ φυλετισμὸς ἢ ἐθνικισμὸς διάσπαση τῆς καθολικότητος

.           Ὄχι μόνον ἡ αἵρεσι, ὡς διάσπασι ἀπὸ τὴν ἀλήθεια συνιστᾶ τὴν διάσπασι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁ φυλετισμὸς ἢ ἐθνικισμὸς εἶναι ἕνα εἶδος αἱρέσεως. Ὁ φυλετισμὸς εἶναι ἕνας μεγάλος πειρασμὸς τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας. Εἶναι ὁ ἀνανεωμένος Ἰουδαϊκὸς πειρασμός. Οἱ Ἰουδαῖοι ἤθελαν τὸν Χριστὸ γιὰ τὸ δικό τους Ἔθνος καὶ ὁ Ἰούδας, κατὰ ἕναν Ὀρθόδοξο Θεολόγο, ἔπεσε σ’ αὐτὸν τὸν πειρασμό. Ἡ προδοσία του δὲν ὀφειλόταν μόνον στὴν φιλαργυρία του, ἀλλὰ καὶ «στὴν ἐπιθυμία του νὰ ἔχη ἔλθει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐξυπηρετήση ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ».
.            Ἔτσι ὅταν τὸ «σπέρμα τοῦ Ἀβραὰμ» ἢ κάθε ἄλλο «σπέρμα» θεοποιῆται, ὅταν κάνουμε τὸν Χριστὸ μία «ἐθνικὴ θεότητα» καὶ τὸ κλείνουμε σὲ φυλετικὲς σκοπιμότητες, αὐτὸ εἶναι ἄρνησι τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας.
.           Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς [σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: ἅγιος] εἶναι ἐκφραστικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἰκουμενική, καθολική, θεανθρώπινη, αἰώνια, διὰ τοῦτο ἀποτελεῖ βλασφημίαν, ἀσυγχώρητον βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ νὰ κάνωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ἕνα ἐθνικὸν ἵδρυμα, νὰ τὴν στενεύωμεν μέχρι τῶν μικρῶν, πεπερασμένων, χρονικῶν, ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ μεθόδων». Ὁ σκοπός της εἶναι ὑπερεθνικός, οἰκουμενικός, πανανθρώπινος: νὰ ἑνώση ἐν Χριστῷ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλους ἄνευ ἐξαιρέσεων ἐθνικότητος ἢ φυλῆς ἢ κοινωνικοῦ στρώματος…». Γι’ αὐτὸ συνεχίζει μὲ πατερικὴ γλώσσα: «Εἶναι πλέον καιρός, εἶναι ἡ δωδεκάτη ὥρα νὰ παύσουν οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἀντιπρόσωποι νὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ δοῦλοι τοῦ ἐθνικισμοῦ, καὶ νὰ γίνουν ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
.       Αὐτὴ τὴν καθολικότητα τὴν ἐξέφραζε, τὴν ἐκφράζει καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐκφράζη τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο σὲ Τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1892 κατεδίκασε τὸν φυλετισμὸ ὡς «ὅλως τι ξένον καὶ ἀδιανόητον καὶ ὅλως ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανὲς» γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἄλλες διασπάσεις τῆς Καθολικότητος
.           Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ τὸν φυλετισμὸ ὑπάρχουν καὶ ἄλλες διασπαστικὲς ἐνέργειες, ποὺ καταφέρονται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας (Ὀρθοδοξίας). Θὰ ἀρκεσθοῦμε στὴν ἁπλὴ ἀπαρίθμησι, γιατί δὲν διαθέτουμε χῶρο γιὰ τὴν πλήρη διαπραγμάτευσι τοῦ θέματος.
 .           Διάσπασι εἶναι ὅταν δὲν ζοῦμε τὸ καθολικὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅταν ἀπολυτοποιοῦμε τὴν προσωπική μας πεῖρα καὶ τὸν ἀτομικό μας τρόπο ζωῆς. Ὅταν χωρίζουμε στεγανὰ τὴν Θεολογία σὲ ἀποφατικὴ καὶ καταφατική, τὴν ζωὴ σὲ θεωρητικὴ καὶ πρακτική, τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία σὲ μυστικὴ καὶ κοινωνική, τὴν εὐσέβεια σὲ ἑλληνικὴ καὶ ρωσικὴ ἢ κάτι ἄλλο, τὸν τρόπο ζωῆς σὲ μοναχικὸ (ποὺ θεωροῦμε ξένο) καὶ σὲ κοινωνικὸ (γάμο). Ὅταν ἐπίσης ζοῦμε μέσα στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο παραταξιακὰ καὶ θεωροῦμε τὴν παράταξι σὰν κέντρο σωτηρίας καὶ φορέα ἀνανεώσεως τῆς Ἐκκλησίας.
 Ὁ Καθολικὸς ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ὅλες τὶς ἀντιθέσεις. Γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἦθος, ἕνας Χριστὸς καταγγέλλεται, σὲ μία Οἰκογένεια καὶ σὲ μία Ποίμνη ζοῦμε. Γνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν διάφορα στάδια πνευματικῆς ζωῆς καὶ διάφορες κλίσεις Θεοῦ.
  Στὴν ἐποχή μας κυριαρχεῖ ἡ ἐκκλησιολογικὴ αἵρεσι, ποὺ διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθολικότητά της ἢ μᾶλλον διασπᾶται ἀπὸ αὐτήν. Γι’ αὐτὸ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι «τὸ δίλημμα ἀνάμεσα στὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ βυθὸ τῆς ἀλογίας εἶναι δίλημμα ζωῆς καὶ θανάτου»

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...