Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ιδιοτελής ευχαριστία ''προσβάλλει''τον Θεό Άγιος Νικόλαος Βελιµίροβιτς


 Κάποιοι ἔχουν τήν συνήθεια νά εὐχαριστοῦν τό Θεό µόνο τότε πού ὁ Θεός τούς δίνει, ἀλλά ὄχι καί ὅταν ὁ Θεός τούς παίρνει. 
 Τόν εὐχαριστοῦν µόνο ὅταν τούς “χαϊδεύει”, καί ὄχι ὅταν τούς τιµωρεῖ. 
Ἐπίσης Τόν εὐχαριστοῦν µόνο ὅταν ὁ Θεός σάν γιατρός ἐπουλώνει τίς πληγές τους καί ὄχι ὅταν µέ κοφτερό µαχαίρι ἀφαιρεῖ τό µολυσµένο ἱστό ἀπό τό σῶµα τους. 

 Τέτοια ἰδιοτελῆ εὐχαριστία προσβάλλει τόν Θεό. Ὁ Θεός προνοεῖ πάντα γιά τό δικό µας καλό, γιά τή δική µας αἰώνια σωτηρία, καί ὅταν µᾶς “χαϊδεύει” καί ὅταν µᾶς τιµωρεῖ. 

  Ἐµεῖς λοιπόν σάν νοήµονα ὄντα πού εἴµαστε, εἶναι καλό νά εὐχαριστοῦµε τό Θεό πάντοτε καί γιά ὅλα, ὅπως παροτρύνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: “Νά εὐχαριστεῖτε πάντοτε καί γιά ὅλα τό Θεό καί Πατέρα στό ὄνοµα τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

πηγή

Οι συνέπειες της σιωπής των ποιμένων...

alt 
Ο διωγμός άρχισε από την ώρα που οι Ιεράρχες σιωπήσανε και αποκοπήκανε από τον λαό μας και τα προβλήματά του.
Εδώ έχουν περάσει ένα σωρό αντιχριστιανικοί νόμοι και η Εκκλησία αντέδρασε με ψελλίσματα...
Προς τι η έκπληξη;
Ο διωγμός που αναφέρει ο Μητροπολίτης Άνθιμος έχει αρχίσει από καιρό για να μην πω δεκαετίες υπό την ανοχή της Εκκλησίας.
Η αντίδραση για το συγκεκριμένο περιστατικό έχει να κάνει περισσότερο με το γεγονός ότι ο λόγος των Ιεραρχών μας δεν αγγίζει πλέον τον καθημαγμένο λαό μας γιατί αυτός ξέρει καλά ότι δεν συνοδεύεται από το αντίστοιχο βίωμα. Η Εκκλησία και οι Ιεράρχες συμπράττουν με την εκάστοτε εξουσία που ξεγελά τον λαό και υφαρπάζει την ψήφο του για να εφαρμόσει τα χειρότερα εναντίον του σε σημείο να μιλάμε για σιωπηλή γενοκτονία. Θα σιωπούσε ένας Μέγας Βασίλειος σε μια αντίστοιχη περίοδο όπως πράττουν οι Ιεράρχες μας; 
Υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης από τον καθένα και οι Ιεράρχες μπορούν να εκφράσουν και τον λόγο τους και τις αντιδράσεις σε ότι συμβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι ο λόγος των Ιεραρχών είναι αδύναμος και δεν αγγίζει κανέναν ενώ οι αντιδράσεις τους είναι από χλιαρές ως ανύπαρκτες, την ώρα που εναντίον του λαού μας έχει εξαπολυθεί η τέλεια καταιγίδα...
Ζούμε τις συνέπειες της σιωπής των ποιμένων και το περιστατικό που συνέβει με τον Μητροπολίτη Μεσογαίας έχει να κάνει κυρίως με αυτό ενώ η τελική επίθεση με την εφαρμογή της αχρήματης κοινωνίας και των καρτών που θα υποδουλώσει οριστικά τον λαό μας εάν εφαρμοστεί, είναι προ των θυρών και κανείς Ιεράρχης δεν είναι διατεθειμένος να ...χαλάσει την ζαχαρένια του...
Ο Θεός να βάλει το χέρι Του...
το είδαμε εδώ

Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου...


 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός / Προσκυνητής -ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ  ΚΟΣΜΟ




Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου. Ο θάνατος είναι άλλωστε για τη νοοτροπία της εποχής μας το τέρμα. Οι κεκοιμημένοι μάς πονούν, αλλά πρέπει να ζήσουμε. Να προχωρήσουμε. Και το μνημόσυνο είναι μόνο ατομική υπόθεση. Όταν συμπληρώνονται οι μέρες, οι σαράντα, ο χρόνος, θυμόμαστε. Πάμε στο ναό. Έρχονται και όσοι μας αγαπούν και όσοι αγαπούσαν τον κεκοιμημένο. Και φτάνει. Γιατί άραγε όλοι μαζί, να έχουμε δύο ημέρες το χρόνο στις οποίες να θυμόμαστε πάντας (όλους) τους κεκοιμημένους. 

Έτσι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, μοναχών, γονέων, προγονέων, πάππων, προπάππων, διδασκάλων, αναδόχων ημών εν τη πίστει...
Κι όμως. Στο ψυχοχάρτι του Σαββάτου των Απόκρεω, πριν την Κυριακή της ανάμνησης ότι θα έρθει η τελευταία Κρίση, όπως και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, πριν την Κυριακή του ξεκινήματος της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, αποτυπώνεται όχι μόνο η μνήμη, αλλά και η ελπίδα. 

Μνήμη ότι οι αγαπημένοι μας ουκ απέθανον αλλά κοιμώνται. Μνήμη ότι η αγάπη δεν νικήθηκε από το θάνατο. Ότι μπορεί ένα κομμάτι μας να έφυγε μαζί του, να τάφηκε στο χώμα, κι όχι μόνο από όσους γνωρίσαμε, αλλά και από όλους όσους έζησαν πολύ πριν από εμάς, απ’ αιώνος, όμως τίποτε δεν τελείωσε. Επειδή Χριστός Ανέστη ο θάνατος εσκυλεύθη. Επειδή Χριστός Ανέστη θα βρεθούμε ξανά με όλους όσους προηγήθηκαν. Κοντά στον Θεό των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Εν τόπω φωτεινώ και χλοερώ και αναψύξεως. Και δεν θα είναι η συνάντησή μας μόνο εν πνεύματι. Δικό μας και δικό τους. 


Θα έρθει η ώρα που το σώμα τους και το δικό μας θα βγούνε από τις κρύπτες του θανάτου. Και θα ενωθεί η συμφυΐα, σε έναν τρόπο αιώνιο και χωρίς μετατροπή. Όπου ο έσχατος εχθρός θα καταργηθεί. Και θα είναι η ύπαρξη συνάντηση με το Φως και την γλυκύτητα της ωραιότητος του προσώπου του Χριστού και των Αγίων Του. Η Εκκλησία που δεν θα είναι μόνο μια πρόσκληση ένταξης στο σώμα του Χριστού, αλλά το ίδιο το Σώμα από το οποίο δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε.
 

Προγευόμαστε αυτή την χαρά να είμαστε μέλη του Σώματος κάθε φορά που τελούμε την Θεία Λειτουργία. Αυτήν στην οποία πιστεύουμε και ζούμε το διαρκές παρόν της Βασιλείας του Θεού. Της συνάντησης ζώντων και κεκοιμημένων, αγίων και αμαρτωλών, μελίσματος και μη διαίρεσης, βρώσεως και μη δαπανήσεως εν τω Χριστώ. Μόνο που τα δύο αυτά Σάββατα νιώθουμε τους κεκοιμημένους πιο κοντά μας. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουμε να θυμόμαστε. Αλλά όλο το σώμα του Χριστού. Και η μνημόνευση των ονομάτων, μακρόσυρτη υπό τον ήχο του «Κύριε ελέησον», μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο για τους οικείους και συγγενείς, αλλά για όλους που εν Χριστώ γίνονται οι κατεξοχήν οικείοι μας. Οι αδελφοί μας.
 

Ας βρεθούμε το απόγευμα της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου στο ναό της γειτονιάς μας. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Πρέπει να ζήσουμε, αυτό είναι δεδομένο. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος για μας δεν είναι τέρμα, αλλά μια στάση και ένα πέρασμα, ένα Πάσχα. Τη στάση την περνάμε μόνοι μας, ακόμη κι αν έχουμε την ώρα του θανάτου κοντά μας αυτούς που μας αγαπούνε. Ο θάνατος είναι η προσωπική μας έξοδος, στην οποία κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει, να καταλάβει, να συντροφεύσει. Μία ροπή όμως είναι η στάση. Και μπαίνουμε στο πέρασμα της ανάστασης. Συντροφευμένοι από όσους έχουν προηγηθεί και πρωτίστως όσους αγάπησαν το Θεό και τον άνθρωπο. Κι αυτοί θα μας οδηγήσουν στο να αναγνωρίσουμε Εκείνον που θανάτω τον θάνατον επάτησε.
Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν.


Και των κεκοιμημένων μνημόνευσον Σωτήρ μου, εν δόξη όταν έλθης. Των δικών μας και όλων των ανθρώπων. Να συναντιόμαστε στην αγάπη Σου! 

Προφῆτες καὶ προφητεῖες ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴ διάλυση τῆς Τουρκίας ἀπὸ τὴ Ρωσία

 Ὑπάρχουν δύο δυνάμεις στόν κόσμο. 
Ὁ Θεός καί ὁ διάβολος. 
Ἐξαρτᾶται μέ ποιόν συγγενεύει κανείς. 
 «Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπόν πολύν» 
Ἰω. 15,5). 
«Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνει τούς ἀνθρώπους θεούς»
 (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).

Ὁ διάβολος καί οἱ σύμμαχοί του δέν γνωρίζουν τό μέλλον οὔτε τί θά γίνει τήν ἑπόμενη στιγμή. 
Μόνο ὁ παντοδύναμος Θεός τό γνωρίζει καί ΚΑΝΕΝΑΣ ἄλλος.
  Τό μέλλον τό ἔχει κρατήσει ὁ Θεός ἀποκλειστικά στή δικαιοδοσία Του.  Σπανιότατα, ὁ Θεός ἀνοίγει μέ προσοχή τό βιβλίο τοῦ μέλλοντος στούς ἀνθρώπους.  Ἀποκαλύπτει σέ μερικούς πραγματικά ἁγίους ἀνθρώπους ἐλάχιστες μόνο σελίδες.  Σηκώνει τό ΠΕΠΛΟ τοῦ μυστηρίου τοῦ αὔριο μέ θαυμαστό τρόπο καί τούς ἀφήνει «κατ’ οἰκονομίαν» νά δοῦν μερικές στιγμές τῆς μελλοντικῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος.  Αὐτοί δέ, στούς ὁποίους ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τό μέλλον εἶναι οἱ ΠΡΟΦΗΤΕΣ...

Τί ἐξυπηρετοῦν ὅμως οἱ προφητεῖες τῶν ἁγίων;
Γιατί ὁ Θεός«ἐπέτρεψε»κάποιοι ἐκλεκτοί του,λίγοι ἀλλά θεοφόροι,νά πληροφορηθοῦν τά μέλλοντα καί ἐπιμελῶς  κρυμμένα;
 Νά γίνουν γνῶστες τῆς ἀθέατης και μυστικῆς ζωῆς τοῦ αὔριο; 
Νά βαδίσουν σέ μυστικά καί ἀπάτητα θεϊκά μονοπάτια; 
Νά γευτοῦν τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος; 
 Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι εὔκολη.
Θεωρῶ ὅμως ὅτι μέ αὐτό τόν τρόπο ἐξυπηρετεῖται τό θεῖο σχέδιο γιά τόν κόσμο καί ὠφελεῖται πνευματικά κάθε καλόπιστος καί καλοπροαίρετος ἄνθρωπος.

«Ἐάν θά ζούσαμε Πατερικά, θά εἴχαμε ΟΛΟΙ πνευματική ὑγεία, τήν ὁποία θά ζήλευαν καί ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι καί θά ἄφηναν τίς ἀρρωστημένες τους πλάνες καί θά σώζονταν δίχως κήρυγμα.  Διότι τώρα δέν συγκινοῦνται ἀπό τήν Ἁγία Πατερική Παράδοση, γιατί θέλουν νά ἰδοῦν καί τήν Πατερική μας συνέχεια, τήν πραγματική μας συγγένεια μέ τούς Ἁγίους μας»
(Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης).
Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος καί ἡ ἐπιγραφή στόν τάφο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (4ος αἰῶνας)
Εἶναι ξεκάθαρο ὅτι ὁ πρῶτος χριστιανός αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, δέν ἦταν προφήτης.  Ὅμως πάνω στήν πλάκα τοῦ τάφου του βρέθηκε χαραγμένη μιά σημαντική προφητεία.  Ἄγνωστος ἤ ἄγνωστοι παραμένουν μέχρι σήμερα ποιοί σοφοί ἁγιασμένοι ἄνθρωποι, προορατικοί, εἶναι αὐτοί πού χάραξαν τήν προφητεία, πάνω στό σκέπασμα τοῦ τάφου.
Μόλις τό 1440 μ.Χ. κατόρθωσε ὁ σοφός Γεννάδιος Σχολάριος, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, νά τήν ἀποκρυπτογραφήσει.  Ὁ Θεός φώτισε τόν Γεννάδιο νά τήν ἑρμηνεύσει.  Ἡ προφητεία προλέγει τήν ἀκμή, τήν ἐξάπλωση τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453 καί τήν παρακμή τοῦ τουρκικοῦ κράτους μετά τήν ἀποτυχημένη πολιορκία τῆς Βιέννης τό 1683. Προεῖπε καί τήν καταστροφή τῶν Τούρκων κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913.
Τό ὑπόλοιπο μέρος τῆς προφητείας ἀρχίζει ἀπό τό ρητό: «Τό δέ ξανθόν γένος ἅμα μετά τῶν πρακτόρων...».  Καί τελειώνει στό «θέλημα ἐμόν πληροῦται».  Προλέγει τή συντριβή τῆς Τουρκίας ἀπό τή Ρωσία καί τούς συμμάχους της.  Ὅτι οἱ Ρῶσοι («ξανθόν γένος») θά κυριεύσουν τήν Κωνσταντινούπολη καί ὅτι ἐκεῖ θά γίνει ἕνας καταστρεπτικός πόλεμος.
Ἡ προφητεία τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Πατάρων (4ος αἰῶνας)
Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος ἐπίσκοπος Πατάρων (ἑλληνική πόλις στή Λυκία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας) ἔζησε κατά τά τέλη τοῦ 3ου καί στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰώνα.  Λόγιος, ἐξαιρετικῆς μόρφωσης, φιλόσοφος, σοφός, Ἅγιος.
«Τό ξανθό γένος, δηλαδή ἡ Ρωσία, καταλαμβάνει μέ τά “ΟΠΛΑ” τήν Κωνσταντινούπολη καί θά παραμείνει ἐκεῖ ἕξι ἤ πέντε... (δέν καθορίζει τή χρονική διάρκεια μέ ἀκρίβεια).  Πρόκειται μᾶλλον γιά μῆνες.  Θά διώξουν τούς Τούρκους μέχρι τά ἐνδότερα τῆς Ἀσίας.  Δυτικές δυνάμεις προστρέχουν γιά βοήθεια τῆς Τουρκίας, μετά τήν ἀρχική ἔκπληξη ἀπό τήν αἰφνιδιαστική ἐπίθεση τῶν Ρώσων στήν Τουρκία καί συγκρούονται μαζί της.  Ἀρχίζει ἔτσι ἕνας φοβερός πόλεμος πού δέν εἶδε ποτέ ὁ κόσμος!  Δεκαοκτώ συνολικά ἔθνη θά ἐμπλακοῦν σέ αὐτό τόν πόλεμο, πού θά εἶναι ὁ πιό ἄγριος καί ὁ πιό καταστροφικός πού γνώρισε ποτέ ὁ κόσμος!  Ἔπειτα ἀπό αὐτό, τό τουρκικό ἔθνος θά παύσει νά ὑπάρχει ὡς ὀργανωμένο κράτος, γιατί τό ἕνα τρίτο θά σκοτωθεῖ, τό ἄλλο θά βαπτισθεῖ καί θά γίνει χριστιανικό, καί τό ὑπόλοιπο θά καταφύγει ὑπόδουλο στό βάθος τῆς Ἀνατολῆς!  Ἡ Τουρκία παραδίδεται στόν ἀφανισμό καί στή διάλυση».  Ἡ θεία δικαιοσύνη θά ἐπικρατήσει καί θά τιμωρήσει τόν βάρβαρο λαό της.  Θά λειτουργήσει ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ. ΓΕΝΟΙΤΟ.
Προφητεία τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ (6ος αἰῶνας, 450-515 μ.Χ.)
Ἄν καί ἦταν σοφός καί ἅγιος, ὑποκρινόταν γιά χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόν σαλό (τρελό).  Ἐφάρμοζε στόν ἑαυτό του τό ρητό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού λέγει: «Εἴ τις δοκεῖ σοφός εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρός γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α΄ Κορ. γ΄ 18).  Ἐάν κανένας νομίζει ὅτι σοφός μεταξύ σας, ἐπειδή ἔχει τή σοφία τοῦ αἰῶνος τούτου, ἄς γίνει ἀνόητος γιά τούς ἀνθρώπους, γιά νά ἀναδειχθεῖ πραγματικά σοφός ἀπό τό Θεό.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἀπέκτησε ποτέ τό παραμικρό, μέχρι τοῦ σημείου νά μήν ἔχει «ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ» (Ματθ. η΄ 20).  Ἀλλά οὔτε κοσμική δόξα καί δύναμη ἀπέκτησε ποτέ.  Ἦταν ὁλωσδιόλου νεκρός ὡς πρός τόν κόσμο.
Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι φτάσαμε στά χρόνια πού προφήτευσε ὁ Μέγας Ἀντώνιος: « Ἔρχεται καιρός, ἵνα οἱ ἄνθρωποι μανῶσι (θά τρελαθοῦν) καί ἐπ’ ἄν ἴδωσί τινα μή μαινόμενον λέγοντες, ὅτι σύ μαίνῃ (εἶσαι τρελός) διά τό μή εἶναι ὅμοιον αὐτοῖς».
Μόνο ἄνθρωπος κυριευμένος ἀπό τή θεία μέθη μπορεῖ νά ἐπιχειρήσει τήν ἄσκηση τῆς σαλότητος καί ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός (Ρῶσος).
Ὁ Ἅγιος προφήτευσε ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη θά περάσει ἀπό πολλές καί μεγάλες δοκιμασίες, καί θά δεχτεῖ πολλές ἐπιθέσεις ἀπό τά γειτονικά κράτη.  Θά παραμείνει ἀπόρθητη, γιατί τή βοηθᾶ καί τή στηρίζει ἡ Παναγία Θεοτόκος.  Ὁ Θεός ὅμως θά ἐπιτρέψει στούς Ἀγαρηνούς (Τούρκους) νά κυριεύσουν τήν ἔνδοξη πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (1453 μ.Χ.).  Ἡ Κωνσταντινούπολη μετά τούς Τούρκους θά περιέλθει στό ξανθό γένος (Ρωσία), τοῦ ὁποίου ἡ ὀνομασία ἀρχίζει ἀπό τό 17ο γράμμα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου.  Δέκατο ἕβδομο γράμμα εἶναι τό «Ρ»-Ρωσία.  Οἱ ΡΩΣΟΙ θά κατατροπώσουν τούς Τούρκους.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714-1779)
Εἶναι μιά ἀπό τίς σημαντικότερες μορφές τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ.  Ὁ μεγάλος ἱεραπόστολος τῆς σκλαβωμένης Ἑλλάδος.  Πάλεψε σάν λιοντάρι γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Ἔθνους.  Πολέμησε τήν ἀμάθεια, τήν ἀλλαξοπιστία, τή φιλοχρηματία, τό μῖσος, τήν ἡττοπάθεια καί τό πνεῦμα τοῦ ραγιαδισμοῦ.  Ὁ σκλαβωμένος λαός στούς Τούρκους τόν πίστευσε, τόν λάτρευσε καί ἀκολούθησε τό παράδειγμα καί τίς ἐντολές του.
Ἔχτισε σχολεῖα, ἐκκλησιές καί ἀκούστηκαν χαρμόσυνες καμπάνες.  Ὁ φλογερός αὐτός κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Δάσκαλος καί προφήτης τῆς Ἀνάστασης τοῦ Ἔθνους, ὅπου κι ἄν περνοῦσε, ἄναβε φωτιές καί σήκωνε θύελλες. 
Περιόδευσε γιά εἴκοσι χρόνια ἀσταμάτητα ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα, ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέχρι τά Ἰόνια Νησιά καί τή Βόρειο Ἤπειρο.  Τό τέλος τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ δέν μποροῦσε νά εἶναι διαφορετικό παρά σάν μάρτυρα καί ἥρωα.  Ἦλθε ἀπό τό μῖσος τῶν Ἑβραίων.  Ἐπειδή μέ πεῖσμα καθιέρωσε τήν Κυριακή ἀργία σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, προξένησε «οἰκονομική ζημιά», γιατί ἦταν ἀναγκασμένοι ἀπό τή θρησκεία τους νά μήν ἐργάζονται τό Σάββατο.  Ἔτσι οἱ Ἑβραῖοι πλήρωσαν τόν Τουρκαλβανό Κούρτ Πασᾶ γιά νά τόν ἐξοντώσει (24 Αὐγούστου 1779).  Οἱ τελευταῖες λέξεις πού βγῆκαν ἀπό τά ἅγιά του χείλη ἦσαν: «Διήλθομεν διά πυρός καί ὕδατος καί ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν».
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός εἶχε πολλά θεῖα χαρίσματα.  Μεταξύ αὐτῶν καί τό προφητικό χάρισμα: «Τό ποθούμενον θά ἔλθει στήν Τρίτη γενιά (ἐννοοῦσε τήν ἐθνική ἀπελευθέρωση τοῦ 1821).  Ἐσεῖς δέν θά τά δεῖτε αὐτά, ἀλλά τά ἐγγόνια σας, τά δισέγγονά σας.  Μέ δυσκολία θά ἔλθει (τό ποθούμενο).  Ἡ λευτεριά θά ἔρθει ἀπό κάτω, ἀπ’ ὅπου χύνονται τά νερά!».
Οἱ προφητεῖες αὐτές ἐπαληθεύτηκαν καταπληκτικά.  Ἡ γενιά τοῦ Εἰκοσιένα (1821) ὑπῆρξε ἡ Τρίτη ὕστερα ἀπό τήν ἐποχή του.  Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση μετά βίας ἄντεξε, ἡ δέ ἐλευθερία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐξασφαλίστηκε ὁριστικά μετά τή νικηφόρο ἔκβαση τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου (ὁ στόλος τῶν Μεγάλων Δυνάμεων συνέτριψε τόν τουρκικό στόλο).  Δηλαδή ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἦρθε ἀπό τή θάλασσα, ἐκεῖ πού χύνονται τά νερά τῶν ποταμῶν!
Κατά τήν ἐποχή του ἡ Ἑπτάνησος ἀνῆκε στούς Ἑνετούς.  Ὅταν ἦταν στήν Κεφαλονιά, προεῖπε μέ καταπληκτική ἀκρίβεια χρόνου τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑπτανήσου: «Θά ἔρθουν οἱ κόκκινοι σκοῦφοι καί ὕστερα οἱ Ἄγγλοι γιά 54 χρόνια καί κατόπιν θά γίνει Ρωμαίικο».
«Κόκκινοι σκοῦφοι» ἦταν οἱ Γάλλοι στρατιῶτες κατά τούς χρόνους τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος, γιατί τά καλύμματα πού φοροῦσαν στά κεφάλια τους ἦταν κόκκινα.  Τό 1810 ἦρθαν οἱ Ἄγγλοι, πού οὐσιαστικά τήν κατέλαβαν, ἐκτός ἀπό τήν Κέρκυρα, πού παρεδόθη τό 1815.  Ἡ ἀγγλική κυριαρχία στήν Ἑπτάνησο κράτησε ἀκριβῶς 54 χρόνια, ὅσα δηλαδή εἶπε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς.  Ἡ προσάρτησή της στήν Ἑλλάδα ἔγινε τό 1864!
Στήν Ἤπειρο εἶπε ὅτι «τό ποθούμενο θά ἔρθει ὅταν θά ἔρθουν δυό Πασχαλιές μαζί».  Πράγματι ἡ Ἤπειρος καί ἡ Μακεδονία ἐλευθερώθηκαν ἀπό τούς Τούρκους κατά τούς νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912.  Τότε ἀκριβῶς τό Πάσχα καί ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου συνέπεσαν μαζί!
Προφητεῖες τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (ἐνδεικτικά):
«Θά δεῖτε στόν κάμπο ἁμάξι, χωρίς ἄλογα, νά τρέχει γρηγορότερα ἀπό τό λαγό» (ἀναφέρεται στό αὐτοκίνητο, τό τρένο).
«Θά ἔρθει καιρός πού οἱ ἄνθρωποι θά μιλοῦν ἀπό ἕνα μέρος στό ἄλλο, σάν νά εἶναι σέ πλαϊνά δωμάτια» (ἀναφέρεται στό τηλέφωνο).
«Θά δεῖτε νά πετᾶνε ἄνθρωποι στόν οὐρανό σάν μαυροπούλια καί νά ρίχνουν φωτιά στόν κόσμο» (ἀναφέρεται στά πολεμικά ἀεροπλᾶνα).
«Θά ἔρθει καιρός πού θά διευθύνουν τόν κόσμο τά ἄλαλα καί τά μπάλαλα» (προφανῶς ἐννοεῖ τούς σύγχρονους ὑπολογιστές, τά «κομπιούτερς», πού εἰσχωροῦν, κατακτοῦν καί διευθύνουν τή ζωή μας).
«Τό κακό θά ἔρθει ἀπό τούς διαβασμένους».
«Οἱ πλούσιοι θά γίνουν φτωχοί καί οἱ φτωχοί θά πεθάνουν».
«Θά σᾶς ἐπιβάλουν (οἱ κυβερνήσεις) μεγάλο καί δυσβάστακτο φόρο, ἀλλά δέν θά προφτάσουν».
«Τόν Πάπα νά καταρᾶστε, γιατί αὐτός θά εἶναι ἡ αἰτία».
«Θά ἔρθει καιρός πού οἱ Ρωμιοί θά τρώγονται μεταξύ τους.  Συστήνω ὁμόνοια καί ἀγάπη».
 «Δέν θά φτάσει ὁ στρατός (ἑλληνικό στράτευμα) στήν Κωνσταντινούπολη∙ στή μέση τοῦ δρόμου θά ἔρθει τό μαντᾶτο ὅτι ἔφτασε τό ποθούμενο» (ἐννοεῖ τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τά ρωσικά στρατεύματα).
«Οἱ ἀντίχριστοι (ΤΟΥΡΚΟΙ) θά φύγουν, ἀλλά θά ἔρθουν πάλι∙ ἔπειτα θά τούς κυνηγήσετε ὥς τήν Κόκκινη Μηλιά» (στό βάθος τῆς Ἀνατολῆς).
«Οἱ Τοῦρκοι θά φύγουν, ἀλλά θά ξανάρθουν πάλι καί θά φτάσουν ὥς τά Ἑξαμίλια (ἐννοεῖ τά ἕξι ναυτικά μίλια).  Στό τέλος θά τούς διώξουν στήν Κόκκινη Μηλιά.  Ἀπό τούς Τούρκους τό ἕνα τρίτο θά σκοτωθεῖ στόν πόλεμο, τό ἕνα τρίτο θά βαπτισθεῖ καί τό ἕνα τρίτο θά πάει στήν Κόκκινη Μηλιά» (μερικοί τήν τοποθετοῦν στή Μέκκα, ἐνῶ ἄλλοι τή βάζουν στά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας).
Καί ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης ἀλλά καί ὁ Γέροντας Παΐσιος συχνά τόνιζαν τά λεχθέντα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.
Οἱ δύο τελευταῖες προφητεῖες εἶναι πολύ σημαντικές.  Ἴσως οἱ πιό σπουδαῖες.  Γιατί ἄν ἐντάξουμε τήν Κύπρο μέσα στόν ἑνιαῖο χῶρο τῆς Ἑλλάδος, τότε μποροῦμε νά ποῦμε μέ ἀσφάλεια ὅτι οἱ δύο αὐτές προφητεῖες ἄρχισαν νά πραγματοποιοῦνται μέ τήν ἄνανδρη τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο τόν Ἰούλιο τοῦ 1974 (Ἀβραάμ Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, «Οἱ προφῆτες μᾶς ἀποκαλύπτουν...», Ἐκδόσεις «ὁ Ποιμενικός Αὐλός», Ἅγιον Ὄρος).
Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης καί ὁ σπουδαῖος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ
Ὁ γέροντας εἶχε καί τό προφητικό χάρισμα, ἀλλά σπάνια μιλοῦσε γιά μελλοντικά γεγονότα.  Πάντα μέ σύνεση καί προσοχή τό ἔκανε σέ ἐξαιρετικές μόνο περιπτώσεις.  Ὁ π. Πορφύριος κάνει λόγο γιά ἕναν πολύ σπουδαῖο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θά βγεῖ μέσα ἀπό τή συμφορά γιά νά συνεγείρει καί νά ἑνώσει τόν κόσμο στό καλό (Κλείτου Ἰωαννίδου, «ὁ Γέρων Πορφύριος», Ἀθήνα 1993, σελ. 233).
Μιλᾶ γιά ἕναν νέο ἡγέτη τοῦ Ἔθνους, γιά ἕνα σπουδαῖο καί τρανό παλληκάρι, πού θά ἔχει ἀκλόνητη ὀρθόδοξη πίστη καί Ἰησοῦ Χριστό στήν καρδιά του.  Ὁ ἡγέτης αὐτός θά ἐμπνεύσει, θά συνεγείρει καί θά ἐνθουσιάσει χιλιάδες νέους χριστιανούς, πού τώρα εἶναι σκορποχώρι, ἀνακατεμένοι μέ τά ἁρπαχτικά τοῦ αἰῶνος τούτου.


Συντάκτης: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΙΤΑΛΗΣ
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου Κοτσώνη
Σὲ ὅλα τὰ ἠθικὰ καὶ κοινωνικὰ θέματα ὑπάρχει ἡ κοσμικὴ θέση, ὑπάρχει καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ θέση.
Μετὰ τὴν ἀλλοτρίωση τοῦ ἑλληνορθοδόξου λαοῦ μας, ὁ κόσμος (ὁ στερημένος τοῦ «κόσμου»=τοῦ στολισμοῦ τῆς Παραδόσεώς μας) ἔχει τὴ δική του ἠθική, ἔχει τὴ δική του κοινωνικὴ ἀντίληψη.
Ἀλλοίμονο, λέει τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἂν τὸ σκοτάδι τὸ βλέπομε σὰν φῶς καὶ τὸ φῶς σὰν σκοτάδι. Ἀλλοίμονο ἂν τὸ μαῦρο τὸ κάνομε ἄσπρο καὶ τὸ ἄσπρο μαῦρο. Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὴν ἀλλοπρόσαλλη ἠθική τοῦ κόσμου, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις τῶν δύο φύλων δὲν θεωροῦνται ἐπιλήψιμες.Μάλιστα οἱ
ὁλοκληρωμένες σχέσεις ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἐκτός τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου θεωροῦνται κατὰ κάποιον τρόπο φυσικές!Ὑπάρχει μεγάλη ἄγνοια. Ἡ κατὰ φύσιν, ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ζῆ ὅπως οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ-Δημιουργοῦ προστάζουν. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν «κατὰ φύσιν» κατάσταση νὰ φθάσει στὸ «ὑπὲρ φύσιν», δηλαδὴ στὴν ὑπερφυσικὴ κατάσταση. Δηλαδὴ στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», στὴν ἁγιότητα καὶ στὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεῖον. Ἀντίθετα, τὸ «παρὰ φύσιν» εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἔξω ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ-Δημιουργοῦ. Μέσα στὴν ἁμαρτία εἶναι ἡ παραφυσικὴ ζωή, γιὰ τὴν ὁποία δὲν μᾶς ἔπλασε ὁ Κύριος. Στὴν ἐποχή μας, ποὺ κυριαρχοῦν στὴν οἰκουμένη οἱ τρεῖς μεγάλοι τύραννοι, φιλαργυρία, φιλοδοξία, φιληδονία, ἔχομε αὐτονομήσει τὰ πάντα. Ἔτσι, ὅπως αὐτονομήθηκε καὶ ἡ ἡδονή, τὸ σέξ.
gamos45534Κι ἐνῷ ἡ ἡδονὴ ἐδόθη στὴ συζυγικὴ σχέση καὶ στὴν ἕνωση τοῦ ἀνδρογύνου μὲ σκοπὸ τὴν τεκνογονία, ἡ ἡδονὴ ἀπομονώθηκε, τὸ σὲξ αὐτονομήθηκε καὶ ἔγινε σκοπός. Αὐτοσκοπός.Ἐδῶ ἔχομε διαστροφὴ τῆς ἀρχικῆς δημιουργικῆς πράξεως. Χωρὶς τὴν ἡδονὴ εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐτεκνοποιοῦσε. Ἔτσι ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔβαλε τὴν ἡδονή, τὸ σέξ, σὰν ἕνα δόλωμα γιὰ τὴν τεκνογονικὴ σκοπιμότητα. Δὲν τὸ ἔβαλε ὡς σκοπό, ἀλλὰ ὡς μέσον.Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, μὲ τὴν πολλή του λογική, τὸν ἄκρατον ὀρθολογισμό του, διαστρέφει τὰ πάντα.Ἀνατρέπει τὴν τάξη τοῦ Δημιουργοῦ, καὶ πληρώνει καὶ πληρώνεται γιὰ τὴν ἀνατροπὴ αὐτὴ καὶ γιὰ τὴν ἀταξία τοῦ αὐτή.Ἡ ἕνωση–ψυχικὴ καὶ σωματικὴ– ἑνὸς νέου καὶ μιᾶς νέας εἶναι ἕνα χαρούμενο γεγονὸς τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται γάμος. Εἶναι ἕνα μυστήριο.Μυστήριο ἀγάπης. Μυστήριο πίστεως. Μυστήριο ἐλπίδος. Μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ἀνάλογο μὲ τὸ μέγα μυστήριο ποὺ ἑνώνει τὴν Πανάμωμη Νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μὲ τὸν Αἰώνιον Νυμφίον.Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἐξαγιάζει τὴν ἕνωση τοῦ ἀνδρογύνου μὲ τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἐξαγιάζει ψυχοσωματικὰ τοὺς δύο.Καὶ τοὺς κάνει ἕνα. Καὶ δίνει στὴ σχέση μία ἱερότητα,ποὺ δὲν ὑπάρχει, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ στὴν προγαμιαία, ἀνθρώπινη ἢ καὶ ζωώδη σχέση.
Ἀκόμη ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐξαγιάζει, ὑψώνει, τονώνει καὶ ἀποκαθαίρει τὸν ἔρωτα,τὸν πραγματικὸ ἔρωτα. Τί εἶναι ἔρως; Εἶναι ἡ βαθειά, ἡ φλογερή, ἡ σφοδρὰ ἀγάπη.Αὐτὴ ἡ ἀγάπη δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ΑΓΑΠΗ καὶ ἁγιάζεται καὶ κραταιώνεται καὶ διαιωνίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του.Ποῦ πάει αὐτὸς ὁ ἔρωτας καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχικὴ ἀγάπη δύο ἐρωτευμένων ὅταν περάσουν ἕνα-δύο, πέντε χρόνια ἀρραβωνιασμένοι; Ποῦ πάει αὐτὴ ἡ τρελὴ μανία καὶ ἡ ξέφρενη ἕλξη ὅταν χωρίζουν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἑξάμηνο ἢ ἕνα χρόνο; Αὐτὸς ὁ ἔρωτας καὶ ἡ ἀγάπη δὲν ἔχουν χρονικὴ διάρκεια ἐὰν δὲν προϋποτίθεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στὴν Ἐκκλησία. Γιατί εἶναι ἀγάπη χωρὶς Χάρη Θεοῦ. Μόνον ἀνθρώπινη, μόνον σαρκικὴ ἢ μόνον ζωώδης. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δίνουν διαχρονικότητα σὲ ὅλα.Καὶ εἶναι νόμος σχεδὸν ὅτι ὁ κορεσμὸς
φέρνει τὴν ἄρνηση.Ἔτσι στὴν προγαμιαία σχέση (στὸν ἀρραβῶνα ἢ ὄχι), χωρὶς τὴν Θεία Χάρη κορέννυται ἡ σάρκα, τὸ σῶμα, κορέννυται καὶ ἡ ψυχή. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἱερότης τοῦ μυστηρίου, ποὺ ἀνανεώνει τὴν ἀγάπη, ποὺ φρεσκάρει τὴν ἕνωση.Καὶ ἔρχεται ἡ ἄρνηση.Ξεθυμαίνει ἡ πρώτη ἀγάπη. Καὶ ἀκολουθεῖ ὁ χωρισμός, ἡ διαίρεση.Εἶναι ψέμα νὰ πεῖ κάποιος ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει γνωριμία πρὸ τοῦ γάμου καὶ ἁγνότητα.Γνωρίσαμε καὶ γνωρίζουμε νέους ποὺ ἔφθασαν στὸ στεφάνι μὲ τὴν δόξα καὶ τὴν τιμὴ τῆς παρθενίας. Ἀντίθετα, ἔφηβοι νέοι καὶ νέες, πρὶν ἀκόμη ὡριμάσουν, δοκιμάζουν τὶς προγαμιαῖες σχέσεις, σπαταλῶντας στὰ ἄγουρα χρόνια τὴ δροσιὰ τῆς ἐφηβείας καὶ βιάζοντας τὴν φύση, πολὺ πρὶν ἔλθει ἡ εὐλογημένη ὥρα τοῦ γάμου.

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Ἀναστασίου Παρούτογλου Πρωτοπρεσβυτέρου
Δύο εἶναι οἱ βάσεις πάνω στὶς ὁποῖες ἔχει στηριχθεῖ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἡ μία εἶναι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ γραμματεία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, παράδοση καὶ θεολογία. Ἡ σχέση ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους σκέψης καὶ ζωῆς, τὸν ἑλληνικὸ καὶ τὸν χριστιανικό, ξεκίνησε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων βγῆκε ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ ἰουδαϊκά του ὅρια, γιὰ νὰ ἐξαπλωθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸν ρωμαϊκὸ κόσμο. Ἡ ἑλληνιστικὴ κοινὴ ἦταν ἡ γλῶσσα, ποὺ ἔγινε τὸ ἀναντικατάστατο ὄχημα γιὰ τὴν πρώτη αὐτὴ μετάδοση
καὶ ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, οἱ δύο αὐτοί, ἀρχικὰ ξένοι καὶ ἀντιφατικοὶ μεταξύ τους τρόποι σκέψης καὶ ζωῆς, βρῆκαν πολὺ περισσότερα κοινὰ σημεῖα ἀπὸ ὅσα
φαίνονταν στὴν ἀρχή. Ἔχουν συνδεθεῖ τόσο ἄρρηκτα μεταξύ τους, ὥστε μέχρι μόλις πρὶν ἀπὸ λίγες δεκαετίες, ἐθεωρεῖτο ἀδιανόητο νὰ ἀποκαλεῖται κάποιος Ἕλληνας ἢ νὰ χαρακτηριστεῖ ἑλληνικὴ μία πολιτιστικὴ δημιουργία, ἕνα κείμενο ἢ μία εἰκόνα, ἐὰν δὲν εἶχε ἄμεση σχέση, ἀναφορὰ καὶ προέλευση ἀπὸ τὸν ἑλληνορθόδοξο τρόπο σκέψης, ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση.
Τὸ ἑλληνικὸ σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὴ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ὡς τὴν ἐπίσημη καὶ ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὴ χώρα μας. Στὴν Ἑλλάδα δηλαδὴ ὑπάρχει μὲν ἀνεξιθρησκία, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἐπίσημα ἀναγνωρισμένη ἐπικρατοῦσα θρησκεία, τὴν ὁποία τὸ κράτος ἔχει δεσμευθεῖ νὰ προστατεύει ὡς παράδοση τοῦ ἔθνους, ὡς ἀναπόσπαστο συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ ἔθνους. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα νομικὰ κατοχυρωμένο καθεστώς, οὔτε βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὸ ποσοστὸ τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ θρησκεύματος στὸν ἑλληνικὸ πληθυσμό.
ELLHNISMOS K ORTHODOJIA
Ἀλλὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν αἰώνων ἱστορίας τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του καὶ ἡ ἑλληνορθοδοξία ἔχει ἐμπεδωθεῖ στὸ διάβα τῶν αἰώνων ὡς ἀδιάσπαστη ὑπαρξιακὴ ὀντότητα. Ὁ Ἕλληνας ξέρει νὰ ἀγαπᾶ τὴν ὀρθόδοξη πατρίδα του, νὰ τὴν ὑπερασπίζεται καὶ νὰ δίνει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του γι’ αὐτήν.
Ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἔννοια τῆς θρησκείας, διότι σ’ αὐτὴν ὑπάρχουν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς πίστεώς μας. Ἀκόμη καὶ οἱ ἀρχαῖοι
πρόγονοί μας ἔδιναν μία ἱερότητα στὴν ἔννοια τῆς πατρίδος καὶ αὐτὸ τὸ τονίζει ὁ σοφὸς Σωκράτης: «Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερον ἐστὶν ἡ πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον » (Καὶ ἀπὸ τὴ μητέρα ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Ἀναστασίου Παρούτογλου
Πρωτοπρεσβυτέρου καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα κι ὅλους γενικὰ τοὺς ἄλλους προγόνους πιὸ πολύτιμο ἀγαθὸ εἶναι ἡ πατρίδα καὶ πιὸ σεβαστὸ καὶ πιὸ
ἱερό … ).
Ὁ δὲ στρατηγὸς Μακρυγιάννης στὰ Ἀπομνημονεύματά του ἔγραφε: «Γλυκύτερον πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκεία». Καὶ ὁ
Κωστὴς Παλαμᾶς γράφει μὲ τόλμη: «Δὲν ζεῖ χωρὶς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή». Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητο ὅτι στὴν πατρίδα ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας, τὴ ζωὴ τῶν παιδιῶν μας, τὴν τιμή μας, τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά μας. Γι αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ ἔχουμε ἐθνικὴ συνείδηση. Διότι ἡ ἐθνικὴ συνείδηση δηλώνει κοινοὺς ἀγῶνες, κοινὴ γλῶσσα καὶ θρησκεία καὶ κοινὲς παραδόσεις.
Ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση πρέπει νὰ πορεύονται μαζί, ὅπως ἡ ἑνότητα ἑνὸς ἔθνους καὶ ἡ πίστη στὸν Θεό, ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ θεῖο. Καὶ οἱ δύο μαζὶ ὁδηγοῦν στὴν ὁμόνοια ἑνὸς ἔθνους. Τὸ παρελθὸν τῆς Ἑλλάδος εἶναι λαμπρὸ μὲ τὶς ἡρωικὲς μορφές της, ποὺ τὴν διέκριναν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου. Οἱ ἱερὲς παραδόσεις ἐξυψώνουν τὴν ἐθνικὴ συνείδηση γιὰ νέους ἀγῶνες καὶ θυσίες. Ἡ πίστη στὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ ἐμπνέει τὸ πνεῦμα τῆς ἅμιλλας, τῆς ἑνότητας καὶ συνεργασίας ποὺ ξυπνᾶ τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ἀτομικῆς εὐμάρειας. Ἂς ξεχάσουμε τοὺς φανατισμούς μας, τὶς μισαλλοδοξίες, τὶς ἀδικίες καὶ τὰ μίση ποὺ διασποῦν τὴν ἑνότητά μας, διότι ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι τίποτε καλὸ δὲν ἔχουμε ἐπιτύχει μὲ τὶς διχόνοιες. Ὅπως προέτρεπε ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τοὺς Ἕλληνες, «νά ‘στε μονιασμένοι». Ἀλλὰ καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν πάντοτε παράγοντας ἑνότητας, εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως τῶν Ἑλλήνων, διότι κηρύττει τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀγάπη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Βλέπει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σέβεται προσφέροντάς του τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ τὶς θεανθρώπινες ἀξίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία στοχεύει νὰ δημιουργήσει ὥριμους καὶ ὑπεύθυνους ἀνθρώπους μὲ ὑψηλοὺς σκοπούς, ὥστε νὰ συμβάλουν γιὰ μία καλύτερη κοινωνία, ἡ ὁποία νὰ ἐμφορεῖται ἀπὸ τὶς ἀξίες τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης. Ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε τὴν προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ ὀρθόδοξο καὶ ἑλληνικὸ ἦθος. Καὶ τὰ δύο μαζὶ νὰ συμπορεύονται καὶ νὰ κατευθύνουν τὴν ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα σὲ νέους ἀγῶνες καὶ θυσίες. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν ἀναπτύξει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ μεγάλη ἀξία τῆς θρησκείας καὶ τῆς πατρίδος. Μπορεῖ νὰ αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι μπροστὰ στὶς δυνάμεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν, στὶς ὑπεράριθμες στρατιὲς ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι 12.000 στρατιῶτες ποὺ εἶχαν μείνει στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης μὲ τὸν πατριάρχη Σέργιο καὶ τὸ στρατηγὸ Βῶνο πολέμησαν τὶς μυριάδες τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων, ποὺ κτυποῦσαν ἀλύπητα τὰ φρούρια τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα. Ἡ νίκη τῶν βαρβάρων ἦταν σίγουρη, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ὑπολογίσει τὴν πίστη τῶν ὀλιγάριθμων Χριστιανῶν.  Ἡ Παναγία ἔκανε τὸ θαῦμα Της καὶ ὡς Στρατηγὸς διηύθυνε τὸ στράτευμα, προσθέτοντας τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ κατατροπώνοντας τὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων. Ἡ δύναμή μας εἶναι ἡ πίστη μας στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία ὡς Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς θὰ ὁδηγήσει τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ μικρὴ Ἑλλάδα καὶ σὲ ἄλλα θαύματα, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε σταθεροὶ στὴν πίστη καὶ στὰ ἰδανικά μας.
Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς πορευόμενοι μαζὶ δίνουν μήνυμα καὶ πρόσκληση στὸν σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πνευματικὴ κληρονομιά της. Πάντοτε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπῆρξαν ἑνωμένοι καὶ αὐτὸ δηλώνεται μὲ τὴν σφραγῖδα τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δίνουν πάντοτε τὴ δική τους μαρτυρία σὲ ὅλον τὸν κόσμο, προβάλλοντας τὶς πνευματικές τους ἀξίες στὸ δυτικὸ τρόπο
ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἀποχαυνώνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καὶ προξενεῖ μία νέα ἀπαξία, τοῦ μηδενισμοῦ καὶ τῆς στείρας λογικῆς.
Ἡ μὲν Ὀρθοδοξία ἐκτὸς ἀπὸ μία μυστηριακὴ ἐκκλησιολογικὴ ἑνότητα, δημιουργεῖ ἕνα συγκροτημένο ἄνθρωπο μὲ ὀρθόδοξο ἦθος. Ὁ δὲ Ἑλληνισμὸς μὲ τὸν
πολιτισμό του προσφέρει ἕνα κοινωνικὸ γίγνεσθαι στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν λαβύρινθο τῶν ἀδιεξόδων ποὺ μαστίζουν τὴν κοινωνία. Ἡ ορθοδοξία προβάλλει τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ἑλληνισμὸς τὴν ἀκρόπολη τῶν ἀξιῶν, τὴ Δημοκρατία μὲ ὅλα τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα της. Ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὴν λατρεία της ἑνώνει τὸν πιστὸ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ νικήσει τὶς δυνάμεις τῆς ἁμαρτας καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει πλέον στὴ θεία ζωὴ τοῦ καινοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἑλληνισμὸς προβάλλει τὴν ἀρετὴ τοῦ Σωκράτη, τὴν ἠθικὴ τοῦ Πλάτωνα, τὴν ἀνδρεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ σοφῶν ἀνδρῶν. Καὶ σήμερα ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος, προσβάλλοντας τὴν ἐθνικὴ συνείδησή μας μὲ τὸ νὰ ἀλλοιώνουν τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία. Ἐπίσης ἐσωτερικοὶ ἐχθροὶ ποὺ προσβάλλουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωῆς, ἰδέες καὶ δοξασίες ἄλλων χωρῶν. Προσπαθοῦν μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ μειώσουν τὴ δύναμη τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ δεσμεύσουν τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ. Στὴν Ἑλλάδα γεννήθηκαν ὁ λόγος καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ Ἑλλάδα μεγαλούργησε, γιατί πίστευε σὲ ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ ἀξίες ποὺ τὴν διέ
κριναν ἀπὸ τὶς ἄλλες χῶρες τοῦ κόσμου. Καὶ σήμερα, ἂν ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑψώσουμε τὴ φωνή μας τόσο σὲ ξένους ἐπιβουλεῖς ὅσο καὶ σ’ ἐκείνους, ποὺ ζητοῦν νὰ σκλαβώσουν τὴ θρησκευτικὴ πίστη μας εἴτε σὲ μία ταυτότητα ἢ σὲ ξενόφερτες παραθρησκεῖες καὶ αἱρέσεις, ποὺ ἀλλοιώνουν τὴν ὀρθόδοξη ἑλληνικὴ παράδοση. Γιατί, εἶναι ἀλήθεια, πὼς ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δέχονται ἀπίστευτο πόλεμο καὶ ἀμφισβήτηση στὴν πατρίδα μας, γεγονὸς ποὺ συνιστᾶ φαινόμενο σαφοῦς παρακμιακοῦ σκοταδισμοῦ. Οἱ ἐκφραστές του προφανῶς δὲν ἔλαβαν ὑπ
ὄψιν τὶς ἐπισημάνσεις ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Ρώσων Θεολόγων τοῦ 20οῦ αἰῶνα, τοῦ π. Γεωργίου Φλορόφσκι, ὁ ὁποῖος διεκήρυττε ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία ὑπῆρξεν ὁ θεματοφύλαξ τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ δημιουργικὸν πνεῦμα τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ  αναζητῶμεν. Ἂς γίνωμεν περισσότερον Ἕλληνες, διὰ νὰ ἀποβῶμεν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί». Τὶς σωτήριες συνέπειες γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἐπισημαίνει ξεκάθαρα ὁ ἀείμνηστος πολιτικὸς καὶ ἱστορικὸς Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Τὸ θαῦμα ποὺ σήμανε ἡ ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔσωσε καὶ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Χωρὶς τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαμορφωθεῖ ὁ κόσμος, ὅπως τὸν ξέρουμε, ἂς ποῦμε ὁ δυτικὸς κόσμος. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς τὸν Χριστιανισμὸ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα θὰ εἶχε ταφεῖ καὶ χαθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου». Σὲ μιὰ ἐποχή, λοιπόν, ποὺ ὁ Νέος Ἑλληνισμὸς ἀντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας, πέρα ἀπὸ τὰ τεχνικά, αἱρετικὰ καὶ κτιστὰ διλήμματα, ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς σώθηκε μέσα στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ὁ Χριστιανισμὸς μίλησε ἑλληνικά.
Μόνο ἔτσι ὡς Ἕλληνες Χριστιανοὶ θὰ ἀντιμετωπίσουμε δημιουργικὰ τὴν ψευδῆ διδασκαλία τοῦ νεοπαγανισμοῦ καὶ τῆς «ἀρχαιολατρείας», ἡ ὁποία ἐπιδι
-ώκει νὰ γκρεμίσει τὴν πίστη τῶν Πατέρων μας καὶ τὸ πολιτισμικό μας ὑπόβαθρο καὶ νὰ ἐπιβάλει τὸ δικό της ἰσοπεδωτικὸ «πολιτισμὸ» καὶ βέβαια τὴ νέα πανθρησκεία τῆς σύγχρονης Βαβέλ, στὴν ὁποία δὲν θὰ ὑπάρχει θέση γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιού
λα), Εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα καὶ ἑλληνικὴ Ὀρθο
δοξία, περιοδ. Εὐθύνη, τ. 167/1985.
-Ἀρχιμ. Δαμιανοῦ Ζαφείρη, Ἑπτὰ Λόγοι στοὺς
Χαιρετισμούς,
ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία,
Ἀθήνα, 1998.
-Ὀρθοδοξία καὶ Ἑλληνισμός. Ἐκδόσεις Ἱ.Μ.
Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος.
-«Ὀρθόδοξος Παρατηρητής», Περιοδικὸ Ἀρχι
επισκοπῆς Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, Ἰα
νουάριος, 1957.
-Ἰωάννου Δανδουλάκη, Ἑλληνισμὸς καὶ
Ὀρθοδοξία.
-Παναγιώτου Κανελλοπούλου, Ὁ Χριστια
νισμὸς καὶ ἡ ἐποχή μας

Μνημονεύοντας ψυχές σε ένα ταπεινό αγιορείτικο κελλάκι…

Μνημονεύοντας ψυχές σε ένα ταπεινό αγιορείτικο κελλάκι…
Του π. Θωμά Ανδρέου
Πριν από πολλά χρόνια, βρέθηκα στο Άγιον Όρος παρακολουθώντας μια αξέχαστη Θεία Λειτουργία σε ένα ταπεινό κελλάκι, με λειτουργό, ευλαβή Ιερομόναχο, αγιασμένη ψυχή που πλέον αυλίζεται εις τόπους,ένθα των δικαίων τα πνεύματα αναπαύονται...
 Νέος παπάς ο γράφων, άγευστος ακόμα της μεταμορφωτικής εμπειρίας του πολιού και σεβασμίου λειτουργού, που κρυμμένος σχεδόν μέσα στο μισοσκόταδο, στέκονταν ευθυτενής παρά το βάρος του χρόνου που αγόγγυστα στους ώμους του κουβαλούσε και τον έβλεπα να μνημονεύει ψυχές, με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του που έτρεμαν προφέροντας σχεδόν μυστικά τα ονόματα των ανθρώπων...
Το μοναδικό κερί που είχε κοντά του, του προσέφερε μια οριακή ματιά σε αυτό που μπορούσε ο καθένας μας να δει όσο το φως του κεριού που τρεμόπαιζε, πολεμούσε να αποδιώξει το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.

Εκείνος, κυπαρίσσι που ο αγέρας της ζωής δεν κατάφερε να ρίξει στην γη, έστεκε κοιτώντας το δισκάριο και μνημόνευε για ώρες, διακόπτοντας μόνο όπου η ακολουθία επέβαλλε την διακοπή για τις εκφωνήσεις. Τον κοίταζα με προσοχή, να διαβάζει ατέλειωτα ονόματα και κάπου, κάπου έβλεπα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Πλησίασα αθόρυβα κοντά του, από την μια να καταστώ κοινωνός αυτής της δωρεάς του Θεού, μνημονεύοντας ονόματα δικά μου και από την άλλη να παρακολουθήσω αυτό που εκείνος, την στιγμή αυτή ζούσε. Με κοίταξε σε κάποια στιγμή και μου είπε:

-Παπά -Θωμά, καλύτερα να θυμάσαι πιο πολύ τους κεκοιμημένους παρά τους ζωντανούς....
Δεν πολυκατάλαβα το νόημα του λόγου του, συνέχισα να μνημονεύω, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ τι ζούσε εκείνος! Σε κάποια στιγμή, η μνημόνευση ολοκληρώθηκε, έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πήγα, δειλά- δειλά κοντά του, με την αναζήτηση του αρχαρίου που αποζητά να μάθει και τον ρώτησα:
-Γιατί γέροντα περισσότερο τους κεκοιμημένους;
Την ώρα εκείνη δεν μου απάντησε. Και αυτό, ήταν μια επιβεβαίωση της δικής μου απειρίας, να τον ρωτήσω, πράγματα που βλέποντας τα, δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Ωστόσο, τελειώνοντας η Θεία Λειτουργία, ο σεβάσμιος Γέροντας, με πλησίασε και μου είπε:

«Όταν πρωτόρθα, στ' Αγιονόρος , πριν από πολλά χρόνια, μικρότερος από σένα στην ηλικία, είχα την ευλογία να έρθω κοντά στον μακαριστό Πνευματικό Παπά- Τύχωνα. Έτυχε, κάποια στιγμή, ένας από τους πατέρες ενός διπλανού κελλίου να κοιμηθεί αιφνιδίως. Ο παπά- Τύχωνας, θέλησε να τον σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα, τελούσε την Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ιδιαίτερα όσων δεν είχαν πλέον κανέναν να τους θυμάται, αλλά πρώτα του αδελφού που πέρασε την πύλη του Ουρανού.

Τελειώνοντας το σαρανταλείτουργο, στην τελευταία λειτουργία, το είδα αυτό που σου λέω, λίγο πριν βάλει το «δι ευχών» στάθηκε κοιτώντας την προσκομιδή. Η περιέργεια με οδήγησε να κοιτάξω και γω με τρόπο, να δω τι κοιτούσε. Και είδα ξεκάθαρα τον κοιμηθέντα να στέκει γονατιστός μπροστά στον Παπά- Τύχωνα, να βάζει μετάνοια, σαν να του λέει ευχαριστώ και ξάφνου να χάνεται από μπροστά του... Το είδα παιδί μου, και αυτό δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Κάθε φορά που στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον Γέροντα και την ψυχή που ήρθε να τον ευχαριστήσει...»

Πέρασαν χρόνια από τότε. Και στην σειρά των παλαιών που ολοκλήρωσαν την αποστολή τους στο Άγιο Βήμα, μπήκαμε οι νεότεροι...
Και όταν στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον ευλαβή λειτουργό του Θεού, θυμάμαι την απέριττη Θεία Λειτουργία, στο Αγιορείτικο Κελί και ευχαριστώ τον Θεό γιατί μέσα στις πολλές δωρεές, έδωσε και τούτη τη Χάρη. Να στέκεις μεταξύ ουρανού και γης και να ενώνεις δυο κόσμους, των φθαρτών και των αιωνίων....
πηγή

Ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς καὶ ὁ κόσμος τῆς ἀφθαρσίας







Βαθειὰ μελαγχολία αἰσθάνεται κανένας, βλέποντας μὲ πόση ἀγάπη καὶ μὲ τί ζῆλο καταγίνονται οἱ ἄνθρωποι νὰ χτίσουνε τὰ σπίτια τους καὶ τὰ ἐξοχικά τους, νὰ τὰ στολίσουνε ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, νὰ βάλουνε ἔμορφα ἔπιπλα, ἀκριβὰ χαλιά, βιβλιοθῆκες, ἔργα τῆς τέχνης, πολυέλαια καὶ πολύφωτα, νὰ φυλάξουνε στὰ ντουλάπια τὰ καλὰ τὰ ροῦχα τους, τὰ δικά τους καὶ τῶν παιδιῶν τους, νὰ στολίσουνε τὶς κάμαρες μ’ ἕνα σωρὸ ἀγαπημένα πράγματα, ποὺ τὰ ξεσκονίζουνε μὲ προσοχὴ μὴν τύχει καὶ πάθουνε τίποτα, νὰ περιποιηθοῦνε τοὺς κήπους τους, μ' ἕναν λόγο νὰ εἶναι ἀφοσιωμένοι, οἱ καημένοι, μ' ὅλη τὴν ψυχή τους στὸ νὰ κάνουνε τὴν κατοικία τοὺς εὐχάριστη, γιὰ νὰ περάσουνε καλὴ ζωὴ μὲ τὴν οἰκογένειά τους καὶ μὲ τοὺς φίλους τους.

Σὰν καθήσουνε στὸ τραπέζι μὲ τὰ καλὰ τὰ φαγητὰ καὶ μὲ τὰ πιοτά, λάμπουνε τὰ πρόσωπά τους, τὰ στόματά τους δὲν σωπαίνουνε ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ νοιώθουνε, καὶ σὰν ἀποφᾶνε, πιάνουνε τὰ τραγούδια καὶ τὰ ἀστεῖα. Πολλοὶ παίζουνε χαρτιὰ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ τὸ πρωὶ εἶναι σὰν ἄρρωστοι. Ἄλλοι ἔχουνε μανία μὲ τὶς πίπες, ἄλλοι μὲ τ’ αὐτοκίνητα, ἄλλοι μὲ τὸ ψάρεμα, ἄλλοι μὲ τὸ κυνήγι, ἄλλοι μὲ τὰ θέατρα, ἄλλοι μὲ τὰ ἀθλητικὰ κι ἄλλοι μὲ ἄλλα.

Στὴ συνοικία ποὺ κάθουμαι, τὸ κάθε σπίτι ἔχει κι ἕναν κῆπο, μικρὸν ἢ μεγαλύτερον. Καμμιὰ φορὰ κάνω ἕναν μικρὸν περίπατο κι ἐκεῖ ποὺ σιγοπερπατῶ, κυττάζω τὰ διάφορα σπίτια. Τὸ καθένα ἔχει τὴ φυσιογνωμία του. Τὰ περισσότερα εἶναι περιποιημένα, βαμμένα μὲ ἔμορφα χρώματα, μὲ καλοκαμωμένες πόρτες καὶ παράθυρα, μὲ ἀερικὲς βεράντες, κι ἂν εἶναι κανένα παράθυρο ἀνοιχτό, βλέπεις ἀπὸ μέσα, σὲ κάποια ἀπ' αὐτά, κανένα συμπαθητικὸ ἔπιπλο, καμμιὰ παλιὰ βιβλιοθήκη, δύο τρία κάντρα καλά, ποὺ ἀνάμεσά τους βρίσκεται καὶ καμμιὰ προσωπογραφία. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτα νοιώθεις πὼς ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει οἰκογενειακὴ ἱστορία, πὼς περάσανε κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦνε, αὐτοὶ ποὺ φτιάξανε ἐκείνη τὴ ζεστὴ φωλιὰ μὲ τὰ καθέκαστά της, ποὺ τ' ἀγαπήσανε πολύ, μὰ ποὺ μ' ὅλη τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ τοὺς δίνανε, ἦρθε μία μέρα ποὺ τ' ἀφήσανε καὶ φύγανε βιαστικά, δίχως νὰ κυττάξουνε πίσω τους.

Σὰν ἀρχίζει ἡ ἄνοιξη ξώλαμπρα κι ἡ καρδιὰ μας καταλαβαίνει πιὸ γλυκὰ τὴ ζωή, στέκουμαι γιὰ μιὰ στιγμὴ κοντὰ στὸν τοῖχο τοῦ κήπου κανενὸς σπιτιοῦ, ποὺ ἔχει πολλὰ λουλούδια ποὺ μοσχοβολᾶνε. Ἂν εἶναι Κυριακὴ ἢ γιορτή, ὁ σπιτονοικοκύρης σκάβει, κλαδεύει, ποτίζει, περιποιέται τὰ λουλούδια, ἀφωσιωμένος στὴ δουλειά του, εὐτυχισμένος. Πολλὲς φορὲς τὸν βοηθᾶ ἡ γυναίκα του, ὁ γυιός του ἢ ἡ κόρη του. Βλέπεις καὶ χαίρεσαι τὴν εἰρηνικὴ ζωὴ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων κι ἀπὸ μέσα σου παρακαλεῖς τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ τὴ χαροῦνε.

Μά, τὴν ἴδια στιγμή, ἔρχεται στὸν νοῦ σου ἡ σκέψη πὼς ὅλα αὐτὰ στέκουνται στὸν ἀγέρα, καὶ φτάνει ἕνα φύσημα γιὰ νὰ ἐξαφανισθοῦνε ὅλα καὶ τ' ἀναπαυτικὰ σπίτια κι οἱ ὡραῖοι κῆποι καὶ οἱ χαρούμενες συναναστροφὲς καὶ τὰ πλούτη, μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τάχουνε. Μιὰ μαύρη ἀντάρα σκεπάζει τὴν καρδιά μου, ἡ σκέψη τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ θολώνει τὰ μάτια μου καὶ μὲ δακρυσμένα μάτια κυττάζω ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ λουλούδια τοῦ μαντρότοιχου ἐκείνους τοὺς εὐτυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἀφωσιωμένοι στὴν εὐτυχία τους, ἀνύποπτοι ἀπ' ὅ,τι συλλογίζουμαι κι ἀπ' ὅ,τι γίνεται γύρω τους. Μπορεῖ νὰ περάσω ἀπὸ δῶ ὓστερ' ἀπὸ λίγες μέρες καὶ νὰ δῶ κολλημένο δίπλα στὴν πόρτα ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ μὲ τὴ μαύρη κορνίζα.

Λοιπόν, πῶς νὰ μὴν ἀναστενάξεις, πῶς νὰ ψευτογελάσεις τὸν ἑαυτό σου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος κι ὅλα ὅσα κάνει κι ὅσα ἀγαπᾶ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο εἶναι κρεμασμένα ἀπάνω σ' ἕνα ἀνεμοδαρμένο καλάμι μὲ μία τρίχα τῆς ἀράχνης; Ἀλλοίμονο! Δὲν ὑπάρχει τίποτα σίγουρο σὲ τοῦτον τὸν ψεύτικο τὸν κόσμο! Καλὰ τὰ εἴπανε ὅλα ἴσκιους, ὄνειρα, φαντασίες, ξεγελάσματα. Τὴ ματαιότητά τους τὴν παράστησε καλὰ ὁ προφήτης Δαυὶδ καὶ πιὸ καλὰ ἀκόμα ὁ γυιὸς του ὁ Σολομώντας. «Ἐγώ, λέγει, ἔγινα βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ κι ἔδωσα τὴν καρδιά μου στὸ νὰ ἐρευνήσω καὶ νὰ ἐξετάσω μὲ σοφία ὅλα ὅσα γίνουνται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γιατί ὁ Θεὸς ἔδωσε μία πικρὴ συλλογὴ ποὺ τρώγει τοὺς ἀνθρώπους. Εἶδα λοιπὸν ὅλα τὰ χτίσματα ποὺ ἔγιναν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ νά, ὅλα ἤτανε ματαιότητα καὶ πόθος τῆς ψυχῆς... Κι ἐγὼ ἔχτισα παλάτια, φύτεψα ἀμπέλια, ἔκανα κήπους καὶ περιβόλια καὶ ἔβαλα μέσα κάθε λογῆς δέντρο. Ἔκανα βρύσες, συντριβάνια, ἀπόχτησα ὑπηρέτες καὶ ὑπηρέτριες καὶ κοπάδια ζῶα τόσα πολλὰ καὶ μεγάλα, ποὺ δὲν τὰ εἶχε κανένας ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ μένα. Μάζεψα χρυσάφι κι ἀσήμι, πλούτη πολλῶν βασιλιάδων. Εἶχα τραγουδιστάδες καὶ τραγουδίστριες ποὺ εὐφραίνουνε τοὺς ἀνθρώπους, κεραστὲς καὶ κεράστριες ποὺ κερνούσανε τὰ πιοτά. Ἔγινα μεγάλος βασιλιὰς καὶ μεγάλωσα παραπάνω ἀπ’ ὅσους σταθήκανε πρὶν ἀπὸ μένα στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἀπόχτησα καὶ σοφία. Κι ὅ,τι ζητήξανε τὰ μάτια μου δὲν τοὺς τὸ στέρησα καὶ τὴν καρδιά μου δὲν τὴν μπόδισα ἀπὸ καμμιὰ εὐχαρίστηση κι ἀπολαψη. Καὶ γύρισα καὶ κύτταξα ἐγὼ ἀπάνω σὲ ὅλα ὅσα ἔκανα καὶ νά, ὅλα ἤτανε ματαιότητα».

Ναί. Ὅλα χάνουνται, ὅλα τρίβουνται, ὅλα γίνουνται σκόνη. Ὅλα τὰ καταπίνει ὁ θάνατος. Τίποτα δὲ μπορεῖ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὰ δόντια αὐτῆς τῆς ρόδας ποὺ γυρίζει βουβὰ κι ἀλέθει τὰ πάντα.

Καλὰ γιὰ τοῦτα τὰ σπίτια καὶ γιὰ τὰ χειροπιαστὰ ὑπάρχοντά μας, ποὺ χάνουνται καὶ σβήνουνε σ' ἕνα ἀνοιγοκλείσιμο τοῦ ματιοῦ. Μὰ σάμπως ἀντέχουνε περισσότερο στὸ φύσημα τοῦ θανάτου τὰ λεγόμενα πνευματικὰ ἔργα μας, ποὺ θέλουμε νὰ βροῦμε σ’ αὐτὰ ἀποκούμπι καὶ παρηγοριά, ἀπελπισμένοι ἀπὸ τὰ ἄλλα, τὰ ὑλικά, τὰ χεροπιαστά; Ὡστόσο, καμμία διαφορὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ τοῦτα καὶ σὲ κεῖνα! Τὰ πάντα ματαιότης! Τίποτα δὲν θὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν καταβόθρα. Μήτε οἱ φιλοσοφίες, μήτε τὰ ποιήματα, μήτε τὰ σοφὰ βιβλία, μήτε τὰ θαυμαστὰ χτίρια, μήτε τὰ ἐξαίσια ἀγάλματα, μήτε οἱ λαμπρὲς ζωγραφιές, ὅλα τοῦτα ποὺ τὰ λέμε ἀθάνατα, μήτε οἱ ἐξουσίες κι οἱ ἄρχοντες, μήτε ἡ δόξα καὶ τὰ φημισμένα ὀνόματα, ποὺ θαρροῦνε ὅσοι τ’ ἀποχτήσανε πὼς γινήκανε ἀθάνατοι, πὼς γλυτώσανε ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση! Ξεγελάσματα καὶ ψευτοπαρηγοριές. Μέσα στὴν καταβόθρα ποὺ τὰ ρουφᾶ ὅλα, θὰ χαθοῦνε μία μέρα κι οἱ Μεγάλοι Ἀλέξανδροι κι οἱ Ὅμηροι κι οἱ Αἰσχύλοι κι οἱ Εὐριπίδηδες κι οἱ Φειδίες κι οἱ Πολύκλειτοι καὶ μαζί τους θὰ ἐξαφανιστοῦνε κι οἱ Παρθενῶνες κι οἱ ἁγιὲς Σοφιὲς κι οἱ Ἰλιάδες κι οἱ Ὀδύσσειες, μ' ἕναν λόγο ὅ,τι βρίσκεται στὸν κόσμο καὶ στὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων. Ἄβυσσο βουβὴ κι ἄσπλαχνη θὰ τὰ καταπιεῖ καὶ μὴν περιμένεις καμμιὰ παρηγοριά. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πασκίζουμε νὰ σώσουμε κάτι ἀπὸ τὴ φοβερὴ καταδίκη, γιὰ νὰ τὸ ἔχουμε γιὰ παρηγοριά, ὅπως κάνουμε μὲ τὰ λεγόμενα μεγάλα ἔργα τῆς τέχνης μας, καὶ τὰ λέμε, οἱ δυστυχεῖς, ἀθάνατα, γιατί τὰ διατηροῦμε στὴν ὕπαρξη ἢ στὴ μνήμη μας χίλια εἴτε δύο χιλιάδες χρόνια, ποὺ εἶναι σὰν τὶς λίγες μέρες ποὺ παίρνει χάρη ὁ κατάδικος, ὥς ποὺ νὰ ἔρθει ἡ ὥρα του.

Ὁ κακόμοιρος ὁ ἄνθρωπος φράζει τὰ μάτια του γιὰ νὰ μὴ δεῖ τί τὸν περιμένει. Δὲν ὑπάρχει πιὸ θλιβερὸ πράγμα ἀπὸ τὸν θάνατο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ τὸν θεωροῦνε μεγάλον καὶ ἀπέθαντον καὶ τοῦ ψέλνουνε «Αἰωνία ἡ μνήμη!». Αὐτὸ τὸ «Αἰωνία ἡ μνήμη» τὸ ἀκοῦμε σὰν νὰ λέγει: «Αἰωνία ἡ λήθη καὶ ἡ ἐξαφάνισις».

Βλέποντας λοιπὸν πρῶτα τὸν ἑαυτό μου κι ὕστερα τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, νὰ καταγινόμαστε ὅλοι μὲ πρόσκαιρα καὶ ψεύτικα πράγματα καὶ μάλιστα μὲ τέτοιον ζῆλο σὰν νὰ ἔχουμε νὰ ζήσουμε αἰώνια, κάθουμαι καὶ συλλογίζουμαι: Ἄραγε, μοναχὰ αὐτὰ τὰ ψεύτικα καὶ τὰ πρόσκαιρα πράγματα ὑπάρχουνε στὸν κόσμο ἢ ὑπάρχουνε καὶ κάποια ἀληθινὰ καὶ σίγουρα; Τόση ἀγάπη, τόση ἀφοσίωση νὰ δίνεται ἀπὸ τὸν κακόμοιρον τὸν ἄνθρωπο σὲ κάποια πράγματα ποὺ εἶναι ἕτοιμα νὰ χαθοῦνε σὲ κάθε στιγμή, δὲν εἶναι κρῖμα; Ἂν ἤξερε λοιπὸν πὼς ὑπάρχουνε καὶ κάποια ἀληθινὰ καὶ σίγουρα πράγματα, πόση θὰ ἤτανε ἡ εὐτυχία του καὶ τότε ἡ ἀγάπη του σὲ κεῖνα τὰ ἀληθινὰ δὲν θάτανε ἀκόμα πιὸ μεγάλη;
Ναί, ἀλλὰ οἱ πολλοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν πιστεύουνε πὼς ὑπάρχουνε ἀλλὰ ἀπὸ τοῦτα τὰ προσωρινά, κάποια ποὺ βρίσκουνται σὲ ἕναν ἄλλον ἀληθινὸν κόσμο, ποὺ τὸν νομίζουνε γιὰ ψεύτικον οἱ δυστυχισμένοι ποὺ εἶναι γαντζωμένοι στοὺς ἴσκιους, γιατί δὲν πιστεύουνε πὼς ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι πιὸ σίγουρο ἀπὸ τοὺς ἴσκιους.

Ὤ! Πόσο ἀξιολύπητοι εἶναι οἱ τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ δίνουνε ὅλη τὴ φροντίδα τους στὸ τίποτα! Αὐτοὶ εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ποὺ δὲν τὸν πιστέψανε, ἀκούγοντας τὸν νὰ λέγει: «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», «Δὲν ἔχουμε, ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ ζωή, πολιτεία ποὺ νὰ μείνει, νὰ βαστάξει ἐπὶ πολὺν καιρό, ἀλλὰ ζητοῦμε ἐκείνη ποὺ βρίσκεται στὴν ἄλλη ζωή». Δὲν ὑπάρχουνε ἐδῶ, σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, μήτε πολιτεῖες, μήτε παλάτια, μήτε σπίτια, μήτε ἄλλα χτίρια, μήτε χτήματα, μήτε παπόρια, μήτε πλούτη, μήτε τίποτα, ποὺ νὰ μὴν εἶναι πρόσκαιρο, ἕτοιμο νὰ χαθεῖ σὲ μία στιγμή. Ὑπάρχει ὅμως ἕνας ἄλλος κόσμος ποὺ ὅλα σ' αὐτὸν εἶναι ἀληθινά, σίγουρα, αἰώνια, γιατί ἀντέχουνε στὴ φθορά, ἐπειδὴ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει μήτε καιρός, μήτε ἡ κόρη του ἡ φθορά, ἀλλὰ ὅλα ἐκεῖ εἶναι ἄφθαρτα, ἀκατάλυτα, αἰώνια, παντοτινὰ καινούρια, παντοτινὰ νέα.

Καὶ ποιὰ εἶναι αὐτά; Εἶναι ἐκεῖνα ποὺ «μάτι δὲν τὰ εἶδε κι αὐτὶ δὲν τὰ ἄκουσε καὶ ποὺ δὲν τὰ ἔνοιωσε ἡ καρδιὰ κανενὸς ἀνθρώπου, ἐκεῖνα ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πιστέψανε στὰ λόγια του καὶ τὸν ἀγαπήσανε». Αὐτοὶ δὲν καταγίνουνται μὲ «μάταια καὶ ψευδῆ», μὲ ἴσκιους καὶ μὲ ξεγελάσματα, ἀλλὰ χτίζουνε ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο σὲ κεῖνον τὸν ἄλλον ἄλλος σπίτι, ἄλλος παλάτι, ἄλλος πολιτεία, ἄλλος φυτεύει ἀμπέλι, ἄλλος περιβόλι, ἄλλος κῆπο, ποὺ δὲν χάνεται ποτέ. Αὐτοὶ εἶναι «οἱ ἔχοντες ἐλπίδα», γιὰ τοῦτο ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴ λέγει «μακαρίαν ἐλπίδα», ἐπειδή, ἀληθινά, ὅποιος τὴν ἔχει αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, εἶναι μακάριος. Αὐτὸς πατεῖ ἀπάνω στὴ στερεὴ πέτρα ποὺ δὲν θὰ σαλευθεῖ στὸν αἰώνα.

Ὡστόσο, ὅσοι καταγίνουνται μοναχὰ μὲ τὰ πρόσκαιρα τούτης τῆς ζωῆς καὶ δὲν πιστεύουνε στὰ αἰώνια τῆς ἄλλης τῆς ζωῆς, σὰν πεθάνει κανένας χριστιανὸς ποὺ δὲν ἔδωσε πολλὴ σημασία σ' ἐκεῖνα ποὺ ἀφωσιωθήκανε αὐτοὶ οἱ ἄπιστοι, ἀλλὰ προσπάθησε ν' ἀποχτήσει τὰ ἀληθινὰ καὶ τὰ σίγουρα, ζώντας μὲ τὴν ἐλπίδα τους, σὰν ἀποθάνει λοιπὸν ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, τὸν περιπαίζουνε καὶ λένε πὼς δὲν χάρηκε τοῦτον τὸν κόσμο, ἐπειδὴ εἶχε γυρισμένα τὰ μάτια του στὸν ἄλλον, ποὺ εἶναι ἀνύπαρχτος γιὰ ἐκείνους ὁπού τὸν περιπαίζουνε. Μὰ πολλὲς φορὲς ὁ χριστιανὸς ποὺ πέθανε μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, ἁγιάζει καὶ φανερώνεται στοὺς ἄπιστους, ἢ στ' ὄνειρό τους ἢ στὸν ξύπνο τους, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο καὶ τότε καταλαβαίνουνε οἱ ἔξυπνοι πὼς ἡ ἐξυπνάδα τους ἤτανε ἀνοησία καὶ πὼς ὁ περιγελασμένος ἤξερε καλὰ ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Σ' αὐτὰ ἀπάνω, λέγει ὁ Σολομώντας τὰ παρακάτω λόγια:

«Τότε θὰ σταθεῖ ὁ δίκαιος μὲ πολλὴ παρρησία μπροστὰ σ' ἐκείνους ποὺ τὸν πικράνανε καὶ ποὺ λέγανε πὼς κοπίαζε μάταια. Σὰν τὸν δοῦνε, θὰ ταραχθοῦνε καὶ θὰ φοβηθοῦνε πολὺ καὶ θ' ἀπορήσουνε πῶς γλύτωσε. Τότε θὰ ποῦνε στὸν ἑαυτό τους, μετανοιώνοντας κι ἀναστενάζοντας: Τοῦτος δὲν ἤτανε ποὺ κάποτε τὸν εἴχαμε γιὰ νὰ γελοῦμε καὶ ποὺ τὸν περιπαίζαμε ἐμεῖς οἱ ἄμυαλοι; Τὴ ζωὴ του τὴ θεωρήσαμε γιὰ τρέλλα καὶ τὸ τέλος του γιὰ ἄτιμο; Πῶς λοιπὸν λογαριάσθηκε ἀνάμεσα στὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ κι ἡ κληρονομιά του μὲ τοὺς ἁγίους; Ὥστε πλανηθήκαμε ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔλαμψε ἀπάνω μας κι ὁ ἥλιος δὲν ἀνατειλε γιά μᾶς. Γεμίσαμε ἁμαρτίες, περπατήσαμε στοὺς δρόμους τοῦ χαμοῦ καὶ πορευθήκαμε σὲ ἐρημιὲς ἀπάτητες, ἀλλὰ τὸν δρόμο τοῦ Κυρίου δὲν τὸν γνωρίσαμε. Σὲ τί μᾶς ὠφέλησε ἡ περηφάνεια; Καὶ τί κερδίσαμε ἀπὸ τὰ πλούτη κι ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία μας; Ὅλα ἐκεῖνα περάσανε σὰν ἴσκιος καὶ σὰν τὴ φωνὴ ποὺ σβήνει καὶ χάνεται. Σὰν τὸ καράβι ποὺ σκίζει τὸ κυματιστὸ νερὸ καὶ ποὺ σὰν περάσει, δὲν μπορεῖ κανένας νὰ βρεῖ κανένα σημάδι του, μήτε τὸ αὐλάκι τῆς καρίνας του μέσα στὰ κύματα. Ἢ σὰν τὸ ὄρνιο ποὺ πετᾶ στὸν ἀγέρα καὶ δὲν ἀφήνει πίσω του κανένα σημάδι ἀπὸ τὸ πέρασμά του, παρὰ χτυπᾶ δυνατὰ τὸν ἀγέρα μὲ τὶς φτεροῦγες του καὶ τὸν σκίζει μὲ βουητὸ καὶ πίσω του δὲν φαίνεται κανένα χνάρι ἀπὸ τὸ πέρασμά του. Ἔτσι κι ἐμεῖς, γεννηθήκαμε καὶ σβήσαμε καὶ κανένα σημάδι ἀπὸ καλὴ πράξη δὲν εἴχαμε νὰ δείξουμε, ἀλλὰ ξοδέψαμε τὴ ζωὴ μας μέσα στὴν κακία μας. Γιατί ἡ ἐλπίδα ποὺ ἔχει ὁ ἀσεβὴς εἶναι σὰν τὸ χνούδι ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος καὶ σὰν τὴν πάχνη ποὺ τὴ σκορπᾶ ἡ ἀνεμοζάλη».

Ἀλλὰ μ' ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς λέγει ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ ματαιότητα τούτης τῆς ζωῆς, ἐμεῖς δὲν τὰ πιστεύουμε, καὶ πᾶμε, ἀληθινά, σὰν τοὺς στραβοὺς στὸν Ἅδη. Ἂς φωνάζει ἡ πονετικιὰ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀκούγεται ἀπὸ τὴ μία ἄκρη τοῦ κόσμου ὡς τὴν ἄλλη: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσιν. Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν. Ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν». (Ματθ. στ', 19). «Ὅπου, λέγει, βρίσκεται ὁ θησαυρός σας, δηλαδὴ τὰ πράγματα ποὺ εἶναι γιὰ σᾶς πολύτιμα καὶ τ' ἀγαπᾶτε, ἐκεῖ θὰ βρίσκεται κι ἡ καρδιά σας».


 
***

 
Πιὸ καθαρὰ καὶ πιὸ ἁπλὰ δὲν μποροῦσε νὰ παρασταθῆ ἡ ματαιότητα τούτου τοῦ κόσμου, ἀπ' ὅσο τὴν παρέστησε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ πλούσιου ποὺ καρπίσανε τὰ χτήματά του καὶ ποὺ ἔλεγε στὸν ἑαυτό του: «ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ πολλὰ χρόνια, ἀναπαύου, φάγε, πιές, εὐφραίνου». Μὰ μία νύχτα, ἀναπάντεχα, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ποὺ δὲν τὸν λογαρίαζε ὁλότελα ὁ πλούσιος: «Αὐτὴ τὴ νύχτα ζητοῦνε τὴν ψυχή σου ἀπὸ σένα. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἑτοίμασες, ποιὸς θὰ τὰ χαρεῖ;». Καὶ λέγει ἔπειτα ὁ Κύριος: «Αὐτὰ θὰ πάθει ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, καὶ δὲν φροντίζει ν' ἀποχτήσει τὸν ἄφθαρτο πλοῦτο τοῦ Θεοῦ», δηλαδὴ καλὰ ἔργα καὶ πίστη σὲ ὅσα λέγει ὁ Κύριος.

Κι ἀκόμα πιὸ ζωηρὰ καὶ καταλεπτῶς μίλησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ πλούσιου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου. Ἕνας πλούσιος, εἶπε, ντυνότανε μ' ἀκριβὰ καὶ μὲ λαμπρὰ φορέματα καὶ διασκέδαζε κάθε μέρα. Ἤτανε κι ἕνας φτωχὸς λεγόμενος Λάζαρος, ποὺ κειτότανε πεταγμένος κοντὰ στὴν πόρτα τ' ἀρχοντικοῦ, πληγιασμένος καὶ πολεμοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτανε ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ὅπως βλέπεις, τὸν πλούσιο δὲν τὸν λέγει ὁ Κύριος μὲ τ' ὄνομά του, ἀλλὰ λέγει «ἕνας πλούσιος», ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ὅμοιούς του, ἐνῶ τὸ φτωχὸ τὸν τιμᾶ καὶ τὸν λέγει μὲ τ' ὄνομά του, καὶ τ' ὄνομά του εἶναι Λάζαρος, δηλαδὴ τ' ὄνομα τ' ἀγαπημένου φίλου του ποὺ τὸν ἀνάστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ δείξει τὴν ἰδιαίτερη ἀγάπη του σ' αὐτόν.

Καὶ δὲν ἔφθανε πὼς ἤτανε πεινασμένος ὁ δυστυχισμένος ὁ Λάζαρος, ἀλλὰ εἶχε καὶ τοὺς σκύλους ποὺ γλείφανε τὶς πληγές του.

Τὸ λοιπόν, πέθανε ὁ φτωχὸς ὁ Λάζαρος καὶ τὸν πήγανε οἱ ἄγγελοι στὴν ἀγκάλη τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ. Πέθανε κι ὁ πλούσιος καὶ θάφτηκε. (Ὁ Κύριος λέγει ἀπότομα καὶ μ' ἕναν λόγο πὼς θάφτηκε καὶ τοῦτο, γιατί ἤτανε ἄνθρωπος σαρκικὸς κι ἡ σάρκα θάβεται). Καὶ κεῖ ποὺ βρισκότανε στὸν Ἅδη καὶ βασανιζότανε, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ βλέπει ἀπὸ μακρυὰ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο στὴν ἀγκάλη του. Καὶ τότε φώναξε: «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βουτήξει τὸ δάχτυλό του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὴ γλώσσα μου, γιατί βασανίζομαι σὲ τούτη τὴ φλόγα». Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀβραάμ: «Τέκνο μου, θυμήσου πὼς ἐσὺ ἀπόλαψες τὰ καλὰ στὴ ζωή σου κι ὁ Λάζαρος τὰ κακά. Τώρα, τοῦτος παρηγοριέται κι ἐσὺ βασανίζεσαι. Ἀλλά, παρεκτὸς ἀπ' αὐτό, ἀνάμεσα σ' ἐμᾶς καὶ σ' ἐσᾶς ὑπάρχει ἕνα μεγάλο χάσμα κι ἔτσι ὅσοι θέλουνε νὰ ἔρθουνε ἀπὸ δῶ σὲ σᾶς δὲ μποροῦνε, μήτε ὅσοι θέλουνε νὰ περάσουνε ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ τὸ κάνουνε». Τότε εἶπε ὁ πλούσιος: «Σὲ παρακαλῶ, νὰ στείλεις τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἐπειδὴ ἔχω πέντ’ ἀδέρφια, νὰ τοὺς πεῖ τί τραβῶ ἐδῶ χάμω, γιὰ νὰ μὴν ἔρθουνε καὶ κεῖνοι σὲ τοῦτον τὸν τόπο μὲ τὰ βασανιστήρια». Τοῦ λέγει ὁ Ἀβραάμ: «Ἔχουνε τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες. Ἂς ἀκούσουνε τί λένε». «Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, μὰ ἂν κανένας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς παρουσιασθεῖ σ' αὐτούς, θὰ μετανοήσουνε». Τότε ὁ Ἀβραὰμ τοῦ εἶπε: «Ἂν δὲν ἀκοῦνε τί λένε ὁ Μωϋσῆς κι οἱ προφῆτες, μήτε ἂν ἀναστηθεῖ κανένας ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ πιστέψουνε».

Πόσο καθαρά, μὲ πόση ἁπλότητα μιλᾶ τὸ γλυκύτατο στόμα τοῦ Χριστοῦ μας, ὥστε νὰ τὸν καταλαβαίνει ὁ κάθε ἄνθρωπος! Καὶ εἶδες πὼς στὸ τέλος λέγει ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ στὸν πλούσιο πώς: «ἀφοῦ τ' ἀδέρφια σου δὲν πιστεύουνε σὲ ὅσα εἴπανε ὁ Μωυσῆς κι οἱ προφῆτες, μήτε κι ἂν σηκωθεῖ κανένας πεθαμένος καὶ τοὺς πεῖ γιὰ ἄλλη ζωὴ καὶ γιὰ κόλαση καὶ γιὰ παράδεισο, μήτε τότε θὰ πιστέψουνε». Ὁ Κύριος ὁ παντογνώστης ἤξερε καλὰ τί σκληρὸ πράγμα εἶναι ἡ ἀπιστία καὶ πὼς ἀπ’ αὐτὴ χάνουνται οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ τοῦτο, τότε ποὺ μίλησε στοὺς Ἀποστόλους πρὶν ν' ἀναληφθεῖ, στέλνοντάς τους νὰ κηρύξουνε τὸ Εὐαγγέλιο, εἶπε: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ὅποιος πιστέψει στὸν Θεὸ καὶ στὰ λόγια του, θὰ σωθεῖ, γιατί θὰ κάνει αὐτὰ ποὺ παραγγέλνει ὁ Κύριος, ἐνῶ ὅποιος ἀπιστήσει, θὰ κατακριθεῖ, θὰ κολασθεῖ, γιατί, ἀφοῦ δὲν πιστεύει, θὰ κάνει ὅ,τι εὐχαριστᾶ τὸ σῶμα του καὶ τὴ σαρκικὴ ὄρεξή του, ὅπως ἔκανε ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς.

Μὰ ὁ ἄπιστος ἔχει τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς του βουλωμένα καὶ δὲν ἀκούει αὐτὰ ποὺ λέγονται γιὰ τὴ σωτηρία της. Γιὰ τοῦτο ὁ Χριστὸς συχνοέλεγε: «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω». Κι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «Τί σημασία ἔχει λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν πιστέψανε κάποιοι; Μήπως ἡ ἀπιστία τους θὰ καταργήσει τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεὸς θὰ βγεῖ ἀληθινός, ἐνῶ ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ψεύτης, κατὰ τὸ γεγραμμένο: «Ὅπως ἂν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε», (Ρωμ. γ', 3), ποὺ εἶναι λόγια τοῦ προφήτη Δαυίδ, ὅπου λέγει στὸν Θεὸ πώς: «Ἐσὺ Κύριε, θὰ δικαιωθεῖς γιὰ τὰ λόγια ποὺ εἶπες, καὶ θὰ νικήσεις σὰν κριθεῖς μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θὰ βγεῖ ψεύτης». Κι ἀλλοῦ λέγει ὁ ἀγγελόγλωσσος Παῦλος: «Οἱ γὰρ κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν, οἱ δὲ κατὰ πνεῦμα τὰ τοῦ πνεύματος. Τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη. Διότι τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεόν. Τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται». (Ρωμ. ζ', 5). Καὶ πάλι ὁ ἴδιος Ἀπόστολος λέγει: «Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστι, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστιν». (Α' Κορινθ. α', 18). Μωρία, ἀνοησία, λέγει, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ γιὰ ὅσους πηγαίνουνε στὸν χαμό τους, γιατί, ἂν ἤτανε ἀλλοιῶς, θὰ πιστεύανε σ' αὐτὸν καὶ θὰ προσπαθούσανε νὰ σωθοῦνε.

Καὶ παρακάτω πάλι λέγει τὸ ἴδιο: «Ψυχικὸς (σαρκικὸς) ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστιν». (Α' Κορινθ. β', 14). Καὶ σὲ ἄλλο μέρος λέγει: «Εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ Εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον» (Β' Κορινθ. δ', 13). Δηλαδή: Τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καθαρὴ καὶ ἁπλὴ καὶ μοναχὰ γιὰ ὅσους εἶναι ἄπιστοι (χαμένοι), γι' αὐτοὺς εἶναι σκεπασμένη καὶ σκοτεινή. Παρακάτω λέγει: «Τὰ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια». (Β' Κορινθ. δ', 18). «Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ Πνεύματος, τὸ δὲ Πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός. Ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε, ταῦτα ποιῆτε». (Γαλάτ. ε', 17). «Ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον». (Γαλάτ. στ', 8). «Ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῶ», λέγει στοὺς Ἐφεσίους, «πὼς ἕναν καιρὸ ἤσαστε χωρὶς Χριστό, ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, μὴν ἔχοντας ἐλπίδα καὶ ἄθεοι στὸν κόσμο». (Ἐφεσ. β', 11). Στὸν Τίτο γράφει: «Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς, ἵνα, ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰώνι, προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν». (Τίτ. β', 11). «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις». (Ἑβρ. θ', 27).

Κι ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέγει: «Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὁλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. Ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν, ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν ὡς πῦρ». (Ἰακώβου ε', 1).

Κι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει: «Ἤξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί». (Β' Πέτρου γ', 10).

Τέλος, ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης γράφει: «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». (Α' Ἰω. γ', 14).

Βλέπετε, ἀγαπητοί, πόσα εἶναι γραμμένα στὰ ἅγια βιβλία τῆς θρησκείας μας, αὐτὰ κι ἄλλα πολλά, γιὰ νὰ πιστέψουμε στὴ μέλλουσα αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ μὴν εἴμαστε προσκολλημένοι σὲ τούτη τὴν πρόσκαιρη; Πῶς, λοιπόν, θὰ βροῦμε ἀπολογία στὴν ἀπιστία μας; Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον. Νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν». (Ἰω. ιε', 22). «Ἂν δὲν ἐρχόμουνα, λέγει, καὶ δὲν μιλοῦσα, ἁμαρτία δὲν θὰ εἴχανε οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχουνε πρόφαση γιὰ τὴν ἁμαρτία τους».

Μαθαίνουμε τόσα καὶ τόσα μάταια πράγματα, ἡ περιέργειά μας δὲν ἀφήνει τίποτα χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσει καὶ μόνο τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴ σωτηρία μας δὲν βρίσκουμε καιρὸ νὰ τὸ διαβάσουμε καὶ νὰ τὸ μάθουμε. Γιὰ νὰ γιατρέψουμε τὴν πιὸ παραμικρὴ ἀρρώστεια τοῦ κορμιοῦ μας, ψάχνουμε καὶ βρίσκουμε τὸν γιατρὸ καὶ τὸ γιατρικό, μὰ γιὰ τὸ τί θὰ γίνει ἡ ψυχή μας σὰν πεθάνουμε καὶ μὲ τί τρόπο θὰ τὴ γλυτώσουμε ἀπὸ τὴν καταδίκη, δὲν δίνουμε καμμιὰ προσοχὴ κι οὔτε νοιαζόμαστε καθόλου. Καταγινόμαστε μὲ ψευτιές, ἐνῶ τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστὸς καὶ ποὺ πρέπει νὰ ζητοῦμε νὰ τὴ μάθουμε ὅπως τρέχει νὰ βρεῖ τὸ νερὸ ὁ διψασμένος, δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ τὴ γυρέψουμε! Γιὰ τοῦτο εἴμαστε ἄξιοι νὰ καταδικαστοῦμε πολλὲς φορὲς καὶ σὰν θὰ παρουσιαστοῦμε μπροστὰ στὸν Κύριο, τρέμοντας, κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ μᾶς ρωτήσει ἂν τὸν ξέρουμε, θὰ ποῦμε τότε μὲ κλάμματα: «Πότε σὲ εἴδαμε, Κύριε;». Κι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς πεῖ: «Κἀγώ, οὐκ οἶδα ὑμᾶς», «Κι ἐγώ, δὲν σᾶς γνωρίζω».

«Ζητήσατε τὸν Κύριον, ὦ κατάδικοι καὶ κραταιώθητε τῇ ἐλπίδι, ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διὰ μετανοίας καὶ ἁγιασθήσεσθε τῷ ἁγιασμῷ τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ τῶν ἁμαρτιῶν ὑμῶν ἀποκαθαρισθήσεσθε. Δράμετε πρὸς Κύριον ὅσοι ἐν ἁμαρτίαις ὑπεύθυνοι, τὸν δυνάμενον συγχωρεῖν ἁμαρτήματα. Μεθ' ὅρκου γὰρ εἴρηκε διὰ τοῦ προφήτου λέγων: Ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος. Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν. Καὶ πάλιν: Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα τὰς χεῖρας μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. Ὅλη τὴ μέρα ἅπλωνα τὰ χέρια μου στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν θέλανε νὰ ἀκούσουνε τὰ λόγιά μου».

Τι είναι το κόλλυβο; Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

                    Αποτέλεσμα εικόνας για τι είναι το κόλλυβο

Υπάρχει μια περιεκτικότατη σε νόημα και περιεχόμενο απάντηση που καλύπτει την παραπάνω ερώτηση, ενώ μας λύνει και άλλες παρόμοιες απορίες. Είναι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Κόλλυβο, λοιπόν, είναι βρασμένο σιτάρι, το οποίο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι.
Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κύριος παρομοίασε το θεοϋπόστατο Σώμα Του με το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται) εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει».
Είπε εξάλλου και ο μακάριος Παύλος στην προς Κορινθίους Α' επιστολή, κεφάλαιο 16: «εκείνο πού εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθάνει» και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το σπυρί του σιταριού.
Απ’ αυτή, λοιπόν, την παρομοίωση πήρε την αφορμή η Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά πού προσφέρονται στις εορτές των αγίων, όσο και αυτά πού προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Χριστώ αδελφών μας, όπως λέγει ο Γαβριήλ ο (επίσκοπος) Φιλαδέλφειας στο Εγχειρίδιο. Και σύμφωνα με τον Βλαστάρη «εφθός σίτος», δηλαδή βρασμένο σιτάρι, είναι τα κόλλυβα και όχι άβραστο κυρίως βέβαια και πρωτίστως, για να μπορούμε να τα τρώμε. Και τα τρώμε τα κόλλυβα, εξαιτίας του θαύματος πού έκανε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τηρών, αυτός που καθιέρωσε τα κόλλυβα, το πρώτο Σάββατο τών Νηστειών, προστάζοντας (σε θείο όραμα) τον Αρχιερέα να βράσει σιτάρι και να το μοιράσει στους Χριστιανούς.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο βράζουμε το σιτάρι είναι, για να φανερώνεται με το βράσιμο η διάλυση και η φθορά των σωμάτων των κεκοιμημένων, των οποίων σύμβολα είναι τα κόλλυβα.
Και αν κάποιος επρόκειτο να ισχυρισθεί ότι τα κόλλυβα έπρεπε να είναι άβραστο σιτάρι και όχι βρασμένο -αφού, σύμφωνα με τον συλλογισμό τους, το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί ποτέ να βλαστήσει, ενώ τα σώματα των κοιμηθέντων, παρόλο που έχουν ήδη διαλυθεί, πρόκειται ωστόσο να αναστηθούν κατά τη συντέλεια επομένως, λέγουν, είναι αταίριαστο το σύμβολο μ’ αυτό πού συμβολικά παριστάνει, δηλαδή το βρασμένο σιτάρι με το νεκρό σώμα-, εάν, λοιπόν, λέμε, έτσι έλεγε κάποιος, σ’ αυτά εμείς αποκρινόμαστε, ότι μάλιστα αυτό (το βρασμένο σιτάρι) είναι σύμβολο πάρα πολύ ταιριαστό. Γιατί, όπως το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί, βέβαια, να βλαστήσει με φυσικό τρόπο, μπορεί όμως και παραμπορεί με υπερφυσικό, δηλαδή με την άπειρη δύναμη του Θεού, ο οποίος μπορεί να πραγματοποιήσει τα πάντα έτσι παρομοίως και τα νεκρά σώματα, τα όποια έχουν διαλυθεί στα μέρη από τα όποια συναρμόσθηκαν, δεν μπορούν, βέβαια, με φυσικό τρόπο να αναστηθούν και να ξαναζωντανέψουν, με υπερφυσικό όμως τρόπο, δηλαδή με την παντοδυναμία του Θεού, μπορούν και πάρα πολύ μάλιστα. γι αυτό όλοι οι θεολόγο ομολογούν ότι η Ανάσταση των νεκρών είναι έργο πού ξεπερνά όλους τους όρους της φύσεως.