Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Διαθήκη τού, δια Χριστόν σαλού, παπα Φώτη : δώστε το σώμα μου στα όρνεα


Μνημείο ταπεινώσεως και αγιότητος η διαθήκη του μακαριστού  παπα Φώτη Λαυριώτη, του υπερενενηκοντούτη ανυπόδητου γέροντος που έφυγε λιγο καιρό πριν για την αληθινή πατρίδα.
Για όσους τυχόν σκανδαλισθούν από την επιθυμία του παππούλη ας σημειωθεί πως ανάλογη επιθυμία εξέφρασε ο όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης αλλά και άλλοι άγιοι .


Ο κάτωθι υπογεγραμμένος ιερομόναχος Φώτιος Λαυριώτης , γνωστός τοις πάσι,  εντέλομαι εις τον αδελφόν ιερέα Κομνηνόν να τελέση τα τής κηδείας μου ως εξής
Άμα τη εκπνοή μου εκ του ματαίου τούτου κόσμου η νερόσημος μου ακολουθία να τελεσθή παρά μόνου ενός ιερέως, χήμα (διαβαστά) παρά του ιδίου ιερέως άνευ κάσας σεντουκίου), μόνο εις φανός και είς σταυρός, το πάνσεπτον σύμβολο της Χριστιανοσύνης.Μετά θα μεταφερθή το σκήνος μου εις το νεκροτομείον του νοσοκομείου δια να τεμαχισθή και νέοι ιατροί να παραλάβουν μαθήματα, έκαστος εις την ιδίαν ειδικότητα.
Μετά τούτο τα τεμάχια τεθέντα εις σάκκον να μεταφερθώσι εις όρος υψηλόν ή να ρίπτωνται εις αραιά διαστήματα δια να χρησιμεύσουν βορά των ορνέων και των αγρίων ζώων.
Μόνο εν θέλω και παρακαλώ όλους τους καλούς ιερείς.
όσάκις ιερατεύουν μνείαν ποιούμενοι την ευτελεστάτην προσωπικότητα μου και να υποβληθώσι να παρασκευάζουν εν μικρό πιάτο σιτάρι δι΄ανάγνωσιν τρισαγίου (μνημόσυνον) υπέρ της αμαρτωλής μου ψυχής.
Ο ταύτα επιθυμών και εντέλων
Φώτιος Λαυριώτης
ΥΓ. Δεν θέλω εκφωνήσεις λόγων εγκώμια παρά μόνον προσευχάς μνημόνευμα, λειτουργίας, μνημόσυνα.
Πιστεύω ακραδάντως την Ανάστασιν και αν ακόμα το σώμα καή ή αλεσθή εις λεπτοτάτιν κόνιν την ημέρα της Αναστάσεως θα αναστηθώσι τα τών νεκρών σώματα και έκαστον θα απολάβη την αμοιβήν των έργων ή καλών ή κακών.Εάν τούτο είναι αδύνατον να ριπτώσι τα τεμάχια του σώματος εις τον βυθόν τής θάλασσας.

Γνωρίστε τον χαριτωμένο γέροντα εδώ , εδώ  και εδώ

Σνομπάροντας τον Θεό

Με αφορμή τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών ο Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, έκανε την εξής δήλωση:
"Ο εορτασμός της Ημέρας των Τριών Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, 
του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Ιωάννη Χρυσοστόμου,
μας υπενθυμίζουν πως η διαρκής γνώση και η πνευματική καλλιέργεια, 
συνδέονται άρρηκτα με την κοινωνική δράση, την αλληλεγγύη και την 
ανιδιοτελή προσφορά προς τον συνάνθρωπο".

 Λάθος κ. Υπουργέ! Δεν μας υπενθυμίζουν αυτό αλλά ότι δεν μπορεί να υπάρξουν αλληλεγγύη και ανιδιοτελής προσφορά προς τον συνάνθρωπο, δίχως Θεό.
Επίσης ότι η "διαρκής γνώση" και η "πνευματική καλλιέργεια" που δεν έχουν σαν  βάση τις αρχές του Ευαγγελίου είναι ένα μεγάλο μηδενικό, καθώς «Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν…  
τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη
και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και 
τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη 
όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ 
ενώπιον του Θεού.» (Α΄Κορ.1,21-29).
Σε απλά ελληνικά, η "σοφία" που δεν έχει αρχή της τον φόβο Του
 δεν ισχύει ως διαβατήριο Παραδείσου.
Μιλάτε κ.υπουργέ για τους Ιεράρχες και δεν αναφέρετε τις λέξεις
 Θεός, Εκκλησία, Ορθοδοξία, έννοιες από τις οποίες είναι ορμώμενος 
ο ζήλος των Τριών Ιεραρχών.Φυσικά και με αυτή σας την μη αναφορά, 
είστε συνεπής στον ...προαιρετικό εκκλησιασμό την ημέρα της μνήμης τους, 
τον οποίον παραγγέλνετε με την εγκύκλιο του υπουργείου σας.
Και (απο)τελειώνετε λέγοντας:

"Αρετές που καθίστανται επίκαιρες όσο ποτέ άλλοτε στην παρούσα συγκυρία.
Το θεολογικό και κοινωνικό έργο των Τριών Ιεραρχών μπορεί σήμερα 
να γεμίσει με πίστη, ελπίδα και αισιοδοξία τους νέους, για ένα καλύτερο αύριο".

Οι αρετές που πηγάζουν από την θεία διδασκαλία δεν είναι επίκαιρες συγκυριακά
 αλλά διαχρονικά!
Επίσης το θεολογικό τους έργο δεν είναι απλά επιστημονικό και αποκομμένο 
από την θεία Χάρη και την ασκητική βιωτή τους, γιαυτό τούτοι οι
 -κατά κόσμον -πανεπιστήμονες δεν αποδέχονταν την επιστημοσύνη τους
 παρά μόνο σαν δώρο Θεού και προς δόξαν Θεού και μόνον. 
Αλλιώς θα ήταν κάποιοι σαν εσάς!
Ο Θεός κάνει την διαφορά και εσείς τον σνομπάρετε. 
Εύχομαι να μην σας σνομπάρει και Αυτός!

Οι τρεις θελήσεις - Γέροντας Νεκταρίος Μουλατσιώτης



  Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σαρώφ Τρικόρφου Φωκίδος την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013.

 πηγή / μεταφορά

Είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και Έλληνες!


Πολλοί Έλληνες αναρωτιούνται τι κακό έχουμε κάνει και το πληρώνουμε με αυτήν την κρίση!

Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, σίγουρα το έχουν οι πολιτικοί παράγοντες αυτής της χώρας της τελευταίας τριακονταετίας! Ωστόσο, ένα μικρό μερίδιο ευθύνης το έχουμε κι εμείς οι πολίτες! Ο λόγος θα πει κάποιος, είναι ότι εμείς ψηφίζαμε αυτούς που αναξίως μας κυβερνούσαν τόσα χρόνια. 


Σίγουρα κάτι τέτοιο ισχύει, αλλά δεν θεωρώ πως είναι αίτιο ευθύνης, αλλά αποτέλεσμα! Ο τρόπος ζωής μας και ο τρόπος σκέψης μας ήταν αυτός που οδήγησε κάποιους στην επιλογή του κόμματος που ψήφισαν! 

Τους Έλληνες κάποτε τους χαρακτήριζε η αγάπη τους για την θρησκεία και για την πατρίδα! Πλέον, μας χαρακτηρίζει η αγάπη για το χρήμα και για την άνετη ζωή!

Ξεχάσαμε την πίστη μας, εγκαταλείψαμε τον Θεό και επιλέξαμε να ζήσουμε μια ζωή μακρυά από το θέλημα Του! Επιλέξαμε ότι μας συνέφερε από τον Λόγο Του και από όσα μας συμβούλευσαν οι Άγιοι Πατέρες και τα υπόλοιπα τα προσαρμόσαμε στο δικό μας συμφέρον! 

Έτσι, θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να υπάρχουν τα Σύμβολα της Πίστης μας στα δημόσια κτίρια, δεν χρειάζεται να διδάσκεται η Ορθόδοξη Πίστη στα σχολεία, αρκεί να εκκλησιαζόμαστε κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, η νηστεία περιορίζεται (από την πλειοψηφία των "πιστών") από τις 40 μέρες σε μια εβδομάδα, η ομολογία πίστεως είναι άγνωστος όρος κι όσοι την πράττουν χαρακτηρίζονται οπισθοδρομικοί και ρατσιστές (θρησκευτικός ρατσισμός) και άλλα πολλά που αν τα αναφέρουμε δεν υπάρχει βιβλίο να τα χωρέσει!

Ξεχάσαμε την ιστορία μας! Συνηθίσαμε στην ιδέα της καλής γειτονίας και κάνουμε τα στραβά μάτια στις προκλήσεις των "καλών" μας γειτόνων! Θεωρούμε δεδομένο πλέον, πως η Βόρειο Ήπειρος είναι  Αλβανία κι όχι Ελληνικό έδαφος ακόμη σκλαβωμένο! Θεωρούμε ασήμαντο να ονομαστούν τα Σκόπια, Μακεδονία! Θεωρούμε λογικό το μοίρασμα του Αιγαίου με τους Τούρκους, αρκεί η τσέπη μας να είναι γεμάτη!

Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε! Όλα όσα παθαίνουμε, τα παθαίνουμε επειδή ξεχάσαμε ποιοί είμαστε! Είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και Έλληνες! Σε πείσμα πολλών πολιτικών προσώπων και παρατάξεων που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας κάνουν να το ξεχάσουμε! Κάποτε μια χούφτα Έλληνες νίκησαν τα εκατομμύρια των Τούρκων γιατί πολέμησαν ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ! Για του Χριστού την Πίστη την Αγία!! 

Αναγνώστης

Ανακοίνωση της ΣΦΕΒΑ για την εκδημία του π. Θεόφιλου Ζησόπουλου


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΣΦΕΒΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ π. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΥΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ  ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ  Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ
 Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω στίς 29-1-2013 ὁ σεβαστός ἀρχιμανδρίτης π. Θεόφιλος Ζησόπουλος, πνευματικῶς προϊστάμενος τῆς ἱεραποστολικῆς ἀδελφότητος  «Ἁγία  Λυδία   ἡ Φιλιππησία».
 Γιά τό ἔργο καί τήν προσφορά τοῦ μεταστάντος πατρός ἔχουν γραφεῖ  πολλά καί ἀξιόλογα. Μέ τήν ἀδελφότητα πού ὁ ἴδιος ἵδρυσε, πρόσφερε στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία πολλούς πνευματικούς καρπούς  τόσο στήν  ἐσωτερική ὅσο καί ἐξωτερική  ἱεραποστολή, ἐκμεταλλευόμενος κάθε μέσο (περιοδικά, ἐκδόσεις, κατασκηνώσεις, ραδιόφωνο, τηλεόραση, δορυφόρους καί διαδίκτυο) ἔτσι ὥστε τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου του, νά φτάσει στά πέρατα τῆς γῆς  γιά νά ἐνισχύσει καί παρηγορήσει τούς ὁμογενεῖς καί ὁμοθρήσκους ἀδελφούς μας.

 Ὡς ΣΦΕΒΑ καί ΠΑΣΥΒΑ ὡστόσο, αἰσθανόμαστε ἰδιαίτερη εὐγνωμοσύνη διότι  μέ τή δεδομένη εὐαισθησία του στά ἐθνικά μας θέματα, ὁ π. Θεόφιλος ἀγκάλιασε καί προέβαλλε μέ κάθε μέσο τό Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Στάθηκε ἀπό τήν πρώτη στιγμή στό πλευρό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σεβαστιανοῦ στηρίζοντας τόν ἀγώνα του γιά ἐνημέρωση   τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Σέ ἐποχές πού ὅλα τά ἔσκιαζε ἡ φοβέρα στήν πατρίδα μας,  τό περιοδικό ΛΥΔΙΑ ὕψωνε δυναμική φωνή ὑπέρ τῶν δικαίων τῶν ἀδελφῶν μας καί στιγμάτιζε τό βάρβαρο καθεστώς τοῦ Χότζα. Ἀλλά καί μετά τό ἄνοιγμα τῶν συνόρων τό 1991 ἡ ἀδελφότης ΛΥΔΙΑ ἐνέτεινε τήν προσφορά της, στηρίζοντας τίς ἀνθρωπιστικές ἀποστολές τῆς ΣΦΕΒΑ ἀλλά καί φιλοξενώντας  δωρεάν, μεγάλο ἀριθμό βορειοηπειρωτόπουλων ἀπό τό Ἀργυροκάστρο, τούς Ἁγίους Σαράντα καί τήν Κορυτσά. Στίς φιλόξενες ἐγκαταστάσεις της τά ἀδέλφια μας ἔζησαν ξέγνοιαστες στιγμές καί γέμισαν τίς ψυχές τους μέ Χριστό καί Ἑλλάδα.
 Στόν ἐκδοτικό τομέα, ἡ ἀδελφότητα στήριξε καί ἐπιμελήθηκε μέ ἐξαιρετική ἐπιτυχία τήν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ τῆς ΣΦΕΒΑ «Ἡ Βόρειος Ἤπειρος σέ πορεία Αὐτονομίας», ἐνῶ τόσο ὁ ραδιοφωνικός ὅσο καί ὁ τηλεοπτικός  σταθμός  4Ε  προέβαλαν καί προβάλλουν σέ κάθε εὐκαιρία τό ζήτημα τῆς Β. Ἠπείρου, τόσο στίς ἱστορικές του διαστάσεις ὅσο καί τή σημερινή πραγματικότητα, μέ ἀφιερώματα, συνεντεύξεις, ἀλλά καί κάλυψη τῆς δράσεως  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κονίτσης καί τῶν συλλόγων τῆς ΣΦΕΒΑ καί τοῦ ΠΑΣΥΒΑ. 
        Μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὁ σεβαστός μας π. Θεόφιλος  θά βρεῖ  παρρησία κοντά στόν Θεό πού τόσο ἀγάπησε καί ὑπηρέτησε σέ ὁλόκληρη τήν ζωή του, εὐχόμαστε νά πρεσβεύει καί γιά τήν  δοκιμαζόμενη πατρίδα μας  καί ἰδιαίτερα γιά τή μαρτυρική Βόρειο Ἤπειρο πού τόσο πολύ   καί τόσο ἀθόρυβα  βοήθησε .
Καλό Παράδεισο Γέροντα  Θεόφιλε!
Τήν εὐχή σου νά ἔχουμε!
Γιά τά Διοικητικά Συμβούλια τοῦ ΠΑΣΥΒΑ καί τῆς ΣΦΕΒΑ Θεσσαλονίκης
  Πάπιστας Παντελεήμων          Κεμεντζετζίδης Φιλόθεος


Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Ἑρμηνεία τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ἀπὸ τὶς Κατηχήσεις τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου, ἐπισκόπου Μεδιολάνων


Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τὸν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ» (Λουκ. ια´, 1). Τότε ὁ Κύριος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχή (Ματθ. στ´, 9-13).

ΠΑΤΕΡ ΥΜΩΝ

Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δὲν τολμούσαμε νὰ στρέψωμε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανό. Χαμηλώναμε τὰ μάτια στὴν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τὰ ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπὸ πονηροὶ δοῦλοι, ποὺ ἤμασταν, ἐγίναμε καλοὶ «υἱοί». Μὴν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιὰ τὴν δική μας προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β´, 5). Τὸ νὰ ὁμολογήσωμε τὴν χάρι δὲν εἶναι οἴησι, δὲν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλὰ πίστι. Τὸ νὰ διακηρύξωμε αὐτὸ ποὺ ἐλάβαμε δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ ἀφοσίωσι· ἂς ὑψώσωμε τὰ μάτια πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς ἀναγέννησε μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ Βαπτίσματος, πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς «ἐξηγόρασε» μὲ τὸν Υἱό Του κι ἂς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτὴ μιὰ καλή, μιὰ ταπεινὴ καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, τὸν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μὴ διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο. Μὲ τὸν εἰδικὸ κι ἀπόλυτο τρόπο δὲν εἶναι Πατέρας παρὰ τοῦ Χριστοῦ μονάχα· γιὰ μᾶς εἶναι ὁ κοινὸς Πατέρας. Γιατὶ μόνο Ἐκεῖνον τὸν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε. Ἂς λέμε λοιπὸν καὶ μεῖς, κατὰ χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιὰ νὰ γίνωμε ἄξιοι νὰ εἴμαστε παιδιά Του. Ἂς κάνωμε δική μας τὴν εὔνοια καὶ τὴν τιμή, ποὺ ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία.

Ο ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ

Τί σημαίνει «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; ἂς ἀκούσωμε τὴν Γραφή, ποὺ λέγει: «Ὑψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη (ὑψηλότερος ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη), ὁ Κύριος, ἐπὶ τοὺς οὐρανούς ἡ δόξα αὐτοῦ» (Ψαλμ. ριβ´, 4). Παντοῦ θὰ δοῦμε νὰ γίνεται λόγος ὅτι ὁ Κύριος εἶναι στούς οὐρανούς, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ ψαλμωδός: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» (Ψαλμ.ιη´, 2). Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁπού ἔχουν σταματήσει οἱ ἁμαρτίες. Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁποῦ οἱ παραβάσεις τιμωροῦνται. Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁποῦ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ πληγὴ θανάτου.

ΑΓΙΑΣΘΗΤΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Τί σημαίνει «ἁγιασθήτω;». Σάν νὰ εὐχώμαστε νὰ ἁγιασθῇ Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: «ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν» (Λευϊτ. ιθ´, 2). Σάν νὰ ἔχη τὴν δύναμι ὁ δικός μας λόγος, νὰ αὐξήση τὴ δική Του ἁγιότητα... Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτό. Ζητᾶμε νὰ ἁγιασθῆ ὁ Θεὸς «ἐν ἡμῖν», ἐντός μας. Τὸ ἁγιαστικό του ἔργο νὰ φθάση σὲ μᾶς.

ΕΛΘΕΤΩ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΟΥ

Ἆρα γε δὲν εἶναι αἰώνια ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ὁ Ἰησοῦς λέγει: «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον» (Ἐγὼ γι᾿ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦλθα στὸν κόσμο, Ἰωάν. ιη´, 37), καὶ μεῖς λέμε: «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», σάν νὰ μήν ἔχῃ ἔλθει· ὅμως, τὸ αἴτημα αὐτὸ ἔχει ἕνα διαφορετικὸ νόημα. Ὁ Θεὸς ἔρχεται, ὅταν δεχώμαστε τὴν χάρι Του. Ὁ ἴδιος τὸ βεβαιώνει: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´, 21).

ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΣΟΥ, ΩΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Μὲ τὸ Αἶμα τοῦ Χριστοῦ ὅλα εἰρήνευσαν καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ. Ὁ οὐρανὸς ἁγιάσθηκε, ὁ διάβολος ἐκδιώχθηκε. Βρίσκεται πιὰ ἐκεῖ, ὁποῦ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἀπάτησε. «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» σημαίνει νὰ ἔλθῃ εἰρήνη στὴν γῆ, ὅπως ὑπάρχει στὸν οὐρανό.

ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΗΜΩΝ ΤΟΝ ΕΠΙΟΥΣΙΟΝ ΔΟΣ ΗΜΙΝ ΣΗΜΕΡΟΝ

Προτοῦ ἐκφωνήσει ὁ ἱερέας, κατὰ τὴν Θ. Εὐχαριστία, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Λάβετε φάγετε... πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...», αὐτὸ ποὺ προσφέρομε ὀνομάζεται ἄρτος. Μετὰ τὴν ἐκφώνησι δὲν τὸ ὀνομάζομε πιὰ ἄρτο, ἀλλὰ Σῶμα. Γιατί, ὅμως, στὴν Κυριακὴ προσευχή, τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλομε μετὰ τὸν καθαγιασμό, λέμε «τὸν ἄρτον ἡμῶν»; ... Ἀλλά, προσθέτομε «τὸν ἐπιούσιον», δηλαδὴ τὸν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν συντήρησι τῆς οὐσίας· τὴν ὑπόστασι τῆς ψυχῆς μας δὲν τὴν ἐνισχύει ὁ ἄρτος ὁ ὑλικός, ποὺ μπαίνει στὸ σῶμα μας, ἀλλ᾿ ὁ ἄρτος ὁ οὐράνιος· τὸν ὀνομάζομε, ὅμως, κι «ἐπιούσιο», ποὺ σημαίνει ἐπίσης «καθημερινό», γιατὶ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν τὴν «αὔριον»: «ἐπιοῦσαν ἡμέραν». Ἔτσι ἐκφράζομε δύο ἔννοιες μὲ μιὰ λέξι.
Ἐάν, ὅμως, ὁ ἄρτος αὐτὸς εἶναι καὶ καθημερινὸς καὶ ἀπαραίτητος γιὰ τὴν συντήρησι τῆς οὐσίας, γιατὶ περιμένομε νὰ περάση ἕνας ὁλόκληρος χρόνος, γιὰ νὰ μεταλάβωμε; ἂς λάβωμε κάθε ἡμέρα αὐτὸ ποὺ μᾶς χρειάζεται κάθε ἡμέρα. Ἂς ζοῦμε κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἴμεθα ἄξιοι νὰ μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ τὸν λαμβάνῃ κάθε ἡμέρα, δὲν θὰ εἶναι ἄξιος νὰ τὸν δεχθῇ οὔτε μιὰ φορὰ τὸν χρόνο. Ὁ Ἰὼβ προσέφερε κάθε ἡμέρα θυσία γιὰ τοὺς γιούς του, ἀπὸ φόβο μήπως διέπραξαν κανένα ἁμάρτημα μὲ τὰ λόγια ἢ μὲ τὶς ἐνθυμήσεις τῆς καρδιᾶς τους (Ἰώβ α´, 5). Καὶ μεῖς ἀκοῦμε πώς, κάθε φορὰ ποὺ προσφέρεται ἡ ἀναίμακτος θυσία, ἀναπαριστάνεται ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασι καὶ ἡ Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου, καὶ ξαναδίδεται ἡ συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ δὲν δεχώμεθα τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς; Ὅποιος ἔχει μιὰ πληγὴ ζητάει κάποιο φάρμακο. Τὸ νὰ εἴμαστε ὑποταγμένοι στὴν ἁμαρτία εἶναι μιὰ πληγή. Τὸ οὐράνιο φάρμακο εἶναι τὰ ἄχραντα Μυστήρια.
Ἄν μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα, τότε ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι γιὰ μᾶς μία «σήμερον». Ἐὰν σήμερα ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας, ἀναγεννάει κι ἀνασταίνει τὴν σημερινή μας ἡμέρα. Μὲ ποιὸν τρόπο; Ὁ Πατήρ ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς λέγει στὸν Ἰησοῦ: «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. β´, 7). Τὸ «σήμερον» εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἀνασταίνεται. Ὑπάρχει τὸ χθές καὶ τὸ σήμερα· ὅμως, ὁ Ἀπόστολος λέγει: «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ. ιγ´, 12). Ἡ νύχτα τῆς «χθές» πέρασε. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἔφθασε.

ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ ΤΑ ΟΦΕΙΛΗΜΑΤΑ ΗΜΩΝ, ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ ΤΟΙΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙΣ ΗΜΩΝ

Ποιὸ ἄλλο εἶναι τὸ «ὀφείλημα», τὸ χρέος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; ἄν δὲν δεχώμασταν χρήματα ἀπὸ ἕναν ξένο δανειστή, δὲν θὰ χρωστούσαμε. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο μᾶς καταλογίζεται ἁμαρτία.
Εἴχαμε στὴν διάθεσί μας τὸ «χρῆμα» καὶ ὠφείλαμε μ᾿ αὐτὸ νὰ γεννηθοῦμε πλούσιοι. Ἤμασταν πλούσιοι, πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. α´, 26-27). Ἐχάσαμε αὐτὸ ποὺ κατείχαμε, δηλαδὴ τὴν ταπείνωσι, ὅταν ἀπὸ ὑπερηφάνεια προεβάλαμε διεκδικήσεις. Ἐχάσαμε τὸ χρῆμα μας. Ἐμείναμε γυμνοὶ σὰν τὸν Ἀδάμ. Πήραμε ἀπὸ τὸν διάβολο ἕνα δάνειο, ποὺ δὲν μᾶς ἦταν ἀπαραίτητο. Κι ἔτσι ἐμεῖς, ποὺ ἤμασταν ἐλεύθεροι «ἐν Χριστῷ», ἐγίναμε αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου. Ὁ ἐχθρὸς κρατοῦσε τὸ γραμμάτιο. Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος τὸ κάρφωσε πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸ ἔσβησε μὲ τὸ Αἶμα Του (Κολ. β´, 14-15). Ἐξάλειψε τὸ χρέος καὶ μᾶς ἐλευθέρωσε. Ἑπομένως ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτὸ ποὺ λέμε: «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂς τὸ προσέξωμε: «ἄφες ἡμῖν..., ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν...», (Συγχώρησέ μας..., ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε). Ἄν συγχωροῦμε, τότε κάνομε κάτι ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεσι γιὰ νὰ συγχωρηθοῦμε. Ἄν δὲν συγχωροῦμε, πῶς ζητοῦμε, πῶς ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήση;

ΚΑΙ ΜΗ ΕΙΣΕΝΕΓΚΗΣ ΗΜΑΣ ΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΝ, ΑΛΛΑ ΡΥΣΑΙ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ

Ἂς τὸ προσέξωμε αὐτό: «Μὴ εἰσενέγκης», μὴ μᾶς ἀφήνεις νὰ πέσωμε σὲ πειρασμό, στὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ ἀντισταθοῦμε. Δέν λέγει: «Μὴ μᾶς ὁδηγεῖς στὸν πειρασμό». Ἀλλὰ σάν ἀθλητές, ποὺ θέλουμε νὰ ἀγωνιστοῦμε, ζητᾶμε νὰ ἔχωμε τὴν δύναμι ν᾿ ἀντισταθοῦμε στὸν ἐχθρό, δηλαδὴ στὴν ἁμαρτία. Ὁ Κύριος, ποὺ σήκωσε στούς ὤμους Του τίς ἁμαρτίες μας καὶ συγχώρησε τὰ λάθη μας, εἶναι ἱκανὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ νὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, ποὺ μᾶς πολεμάει, ὥστε ὁ ἐχθρός, ποὺ γεννάει συνεχῶς τὸ κακό, νὰ μὴ μᾶς κατακτήσῃ· ὅποιος ἐμπιστεύεται στὸν Θεό, δὲν φοβᾶται τὸν διάβολο. Γιατὶ «εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;» (Ρωμ. η´, 31). Σ᾿ Αὐτόν, λοιπόν, ἀνήκει ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ο σημερινός ανθρωπος και ο πλούτος

Ό,τι ενώνει σήμερα τις ιδεολογίες, τις θρησκείες, και τις φιλοσοφίες, είναι ο ΠΛΟΥΤΟΣ. 
Εκεί συγκλίνουν όλοι οι διάλογοι και οι αντιπαραθέσεις , θετικά ή αρνητικά.
 Είτε κατέχουν,είτε διανέμουν, είτε διεκδικούν οι εκφραστές τους , το διακύβευμα, 
το ποθούμενο, το σκάνδαλο, το ποθητό, το εξαντλούμενο είναι αυτό
 το καταραμένο ΧΡΗΜΑ. 
Περί Χρήματος ο λόγος παντού και πάντα. 
Απ'όπου και αν το κοιτάζουν ΤΟ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ όμως .
Ακόμα και αυτοί οι σύγχρονοι ελεήμονες στο χρήμα εξαντλούν τ
ην πνευματικότητα τους.
 Ακόμα και τους ακτήμονες, ακτήμονες τους κάνει η απουσία ΧΡΗΜΑΤΟΣ.
Ο πολιτισμός του ΧΡΗΜΑΤΟΣ.
Αυτός ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Εκκλησίας και Αριστεράς στο πρόσφατο συνέδριο
. Οι μεν προσφέρουν, οι δε διεκδικούν. 
Τέλος, μένει η ενασχόληση με το ΧΡΗΜΑ. 
Το ΧΡΗΜΑ δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, όσο η ίδια διαχείριση του βέβαια 
. Απλά με πνίγει ένας κόσμος πού όλα περιστρέφονται γύρω από το ΧΡΗΜΑ, τελικά .

Όλα εκεί κοιτάζουν :)

π.Παντελεήμων Κρούσκος
πηγή

Αθανασίου Βλέτση:Επιστροφή στην Ορθοδοξία; Ποιό είναι το μοντέλο ενότητας των Εκκλησιών για την Ορθόδοξη Εκκλησία;


Η ομιλία του καθηγητή του Τμήματος Ορθοδόξου Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου Αθανασίου Βλέτση στο οικουμενικό συμπόσιο προς τιμήν του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη
Το κείμενο του κ. Αθ. Βλέτση δημοσιεύεται σε πρόχειρη μορφή (draft), χωρίς τις υποσημειώσεις, οι οποίες θα προστεθούν σε μελλοντική γραπτή δημοσίευση του παρόντος.
1. Εισαγωγικά: Οικουμενική κίνηση σε απορία;
Ο λόγος για μια εποχή χειμώνα που διέρχεται η οικουμενική κίνηση έχει από καιρό τώρα γίνει σλόγκαν που επαναλαμβάνεται σε πλείστες όσες θεολογικές οικουμενικές συνάξεις: με την έκφραση αυτή καταγράφεται καταρχήν η στασιμότητα στην πορεία των οικουμενικών συνομιλιών, αλλά πάνω από όλα διατυπώνεται η απορία γύρω από το ποιοί είναι οι επόμενοι στόχοι που θα πρέπει να κατακτήσει η οικουμενική κίνηση. Έχοντας πίσω της περίπου 100 έτη  γενικότερων καρποφόρων οικουμενικών αναζητήσεων, 60 τουλάχιστο χρόνια συγκεκριμένων και εντατικών βημάτων οικουμενικής συνδιαλλαγής μέσω των πολυμερών διαλόγων με βάση την Πλατφόρμα του ΠΣΕ και 30 και πλέον έτη εντατικών διμερών διαλόγων, έντονος γίνεται ο προβληματισμός για την αδυναμία να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι επόμενοι στόχοι. Έτσι οι πολλές δίχως άλλο επιτυχίες που έχει καταγράψει στο ενεργητικό της η οικουμενική κίνηση κινδυνεύουν να γίνουν «μπούμερανγκ», αφού οι δάφνες του παρελθόντος τείνουν πια να στεγνώσουν όλως διόλου -χάνοντας έτσι και τα όποια αρώματα ακόμη τις είχαν απομείνει- και νέες δύσκολα κάνουν την εμφάνισή τους στο στίβο των οικουμενικών σταδίων, δίνοντας εύκολη τροφή σε κάθε λογής αντίθετες δυνάμεις, οι οποίες δρώντας σύμφωνα με το ρητό «πόλεμος πατήρ πάντων», συναγωνίζονται να αναπαράγουν κάθε είδους στερεότυπα απόρριψης και άρνησης του οράματος της ένωσης των Εκκλησιών. Η απορία για το μελλοντικό δρόμο που πρέπει να βαδίσει η οικουμενική κίνηση συνοψίζεται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στην αδυναμία του εναρμονισμού των διάφορων μοντέλων ενότητας, τα οποία φαίνεται να εκπροσωπούν οι Εκκλησίες και οι θεολογίες τους.  Έτσι ενώ για μια μεγάλη μερίδα Εκκλησιών που προέρχονται από τους κόλπους της Μεταρρύθμισης η εκκλησιαστική ενότητα βιώνεται ως ήδη παρούσα μέσα σε μια συμφιλιωμένη διαφορετικότητα και γίνεται αντιληπτή με την μυστηριακή διακοινωνία, την ευχαριστιακή δηλ. κοινωνία των συμμετεχόντων, και με τη βασική συνεργασία τους σε ουσιώδεις άξονες κοινής πορείας και δράσης στον κόσμο, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες τοποθετούν κατά κανόνα στο πολύ μακρινό μέλλον την ιδέα της κοινής ευχαριστιακής κοινωνίας, ως του ακροτελεύτιου επιστεγάσματος μιας πορείας ενότητος που θέλει να αγκαλιάσει όσον δυνατόν περισσότερες μορφές εκκλησιαστικής έκφρασης και λειτουργίας, οι οποίες όμως δεν έχουν ποτέ προσδιοριστεί δεσμευτικά και με ακρίβεια. Η ΡΚαθολική Εκκλησία από τη μεριά της φαίνεται να διαφοροποιεί τη στάση της απέναντι στους άλλους δύο συνομιλητές της: ενώ για τους Ορθοδόξους αναγνωρίζει τη δυνατότητα -έστω κάτω από κάποιες προϋποθέσεις- μιας μυστηριακής διακοινωνίας, αφού τους αναγνωρίζει την εγκυρότητα των μυστηρίων και την αποστολική διαδοχή, στις Εκκλησίες που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση αρνείται και αυτόν τον χαρακτηρισμό τους ως Εκκλησίες. Σε κάθε περίπτωση πάντως εξαρτά την τελική ενότητα μαζί της (και έτσι την ενότητα σε μια Καθολικότητα της Εκκλησίας) από την ετοιμότητα των συνομιλητών της να δεχθούν το πετρίνειο αξίωμα εξουσίας του Επισκόπου της Ρώμης, έστω κι αν αυτό επίσης δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια σε τι ακριβώς θα δεσμεύει τις άλλες Εκκλησίες. Τα διαφορετικά μοντέλα ενότητας που εκπροσωπούν οι διάφορες χριστιανικές οικογένειες, αποτελούν το δίχως άλλο αντανάκλαση και της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας τους.  Έτσι η αναζήτηση των μοντέλων ενότητας βαδίζει παράλληλα με την πιστοποίηση της εκκλησιολογικής ταυτότητας των επιμέρους Εκκλησιών και τη σχέση τους με την Εκκλησία του Χριστού.
Στην παρούσα εισήγηση δεν μπορούμε να καταγράψουμε με λεπτομέρειες την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία και φυσικά αναλυτικότερα τα μοντέλα ενότητας που φαίνεται να εκπροσωπούν οι τρεις μεγάλες χριστιανικές Ομολογίες, η Ορθόδοξη, η ΡΚαθολική και η Προτεσταντική. Ωστόσο είναι απαραίτητη η επιγραμματική έστω  αναφορά στα μοντέλα που υιοθετούνται από τις άλλες Εκκλησίες, πράγμα που θα αποτελέσει το αντικείμενο του 2. κεφαλαίου της παρούσας εισήγησης, μετά από αυτή την εισαγωγή. Σε ένα 3. κεφάλαιο θα καταγράψουμε βασικές εκκλησιολογικές συντεταγμένες της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, ενώ σε μια τελευταία 4. ενότητα θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον.
2. Τα διαφορετικά εκκλησιολογικά μοντέλα των Δυτικών Εκκλησιών 
2.1. Το εκκλησιολογικό μοντέλο της ΡΚαθολικής Εκκλησίας: η περιεκτική Εκκλησιολογία;
Στη χρονιά που πέρασε (2012) γιορτάστηκε σε πολλές χώρες Δ.Ευρώπης η 50ετία από την έναρξη της Β´Βατικανής Συνόδου (1962), η οποία για πολλούς ΡΚαθολικούς θεολόγους σηματοδότησε μια κοπερνίκεια στροφή για την Καθολική Εκκλησία. Αιχμή του δόρατος σε μια νέα διατύπωση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της ΡΚαθολικής Εκκλησίας υπήρξε η Δογματική Διακήρυξη περί Εκκλησίας (Lumen Gentium) και συγκεκριμένα η 8η παράγραφός του, στην οποία φαίνεται να εισάγεται ένας κάποιος δυισμός ανάμεσα στην Εκκλησία του Χριστού και την ΡΚαθολική Εκκλησία: η πρώτη «πραγματώνεται» (ή υφίσταται, ή ενυπάρχει ή έχει την συγκεκριμένη ύπαρξη: η ερμηνεία και μόνο του σχετικού και περιβόητου όρου subsistit έχει γεμίσει αρκετούς τόμους) στην ΡΚαθολική Εκκλησία χωρίς όμως να ταυτίζεται απόλυτα, εξισωτικά μαζί της. Με τον τρόπο αυτό η ΡΚαθολική εκκλησία φαίνεται πρόθυμη να αναγνωρίσει στοιχεία εκκλησιαστικότητας και στις άλλες εκκλησίες, τα οποία μάλιστα και μπορούν να συμβάλλουν στο έργο της σωτηρίας των πιστών. Η εκκλησιολογία της Β´ Βατικανής ανανέωσε έτσι την ελπίδα της αναγνώρισης των άλλων εκκλησιών ως Εκκλησιών. Ωστόσο η ΡΚαθολική Εκκλησία δεν έπαψε σε καμία περίπτωση να επαναλαμβάνει σε διαφόρους τόνους ότι η εδραίωση της καθολικότητας της Εκκλησίας πραγματώνεται μόνο μέσα από την κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως τον καθοριστικό παράγοντα και εγγυητή της ενότητας του χριστιανικού πληρώματος. Η ελπίδα που άφηνε η εκκλησιολογία της Β´ Βατικανής να διαλεχτεί με τις άλλες Εκκλησίες δεν μπόρεσε ωστόσο στα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα μετά το 2000 να επαληθευτεί, καθώς η ΡΚαθολική Εκκλησία φαίνεται να ερμηνεύει και πάλι με μια στενή οπτική τη Β´ Βατικανή σύνοδό της: έτσι το περίφημο susbistit αφήνει να φανούν τα συστημικά του κενά, καθώς σε νεώτερα κείμενά του (το 2000 και το 2007) το Βατικανό εγκαταλείπει την αρχή των «αδελφών Εκκλησιών», πριμοδοτώντας την αρχή της μητέρας Εκκλησίας και των θυγατέρων της, με ορατό κίνδυνο το μοντέλο ενότητας της ΡΚαθολικής Εκκλησίας να ταυτιστεί με το μοντέλο της επιστροφής των θυγατέρων στους μητρικούς κόλπους, οι οποίοι και μόνοι μπορούν να εγγυηθούν την ενότητα.
2.2. Το εκκλησιολογικό μοντέλο του Προτεστατικού κόσμου:
Αποτελεί σίγουρα απλούστευση, ωστόσο νομίζουμε όχι λανθασμένη, αν θα θέλαμε να συγκεφαλαιώσουμε το ευαγγελικό μοντέλο ενότητας των Ευαγγελικών Εκκλησιών στην έκφραση της συμφιλιωμένης διαφορετικότητας (versöhnte Verschiedenheit). Οι Εκκλησίες που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση ξεπερνώντας τις καθόλου ευκαταφρόνητες δικές τους υποδιαιρέσεις του παρελθόντος, όπως ιδιαίτερα εκείνες μεταξύ των Μεταρρυθμισμένων (Καλβινιστών) και των Λουθηρανικών Εκκλησιών βρήκαν (μαζί με διάφορες Ελεύθερες ευαγγελικές Εκκλησίες) μια πλατφόρμα ενότητας η οποία τις επιτρέπει την εκατέρωθεν αναγνώριση των μυστηρίων και των ιερατικών αξιωμάτων. Στην Ευρώπη η πλατφόρμα αυτή εκφράστηκε στην Commutity of Protestant Churches in Europa – CPCE.
Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο με το μοντέλο της συμφιλιωμένης διαφορετικότητας είναι πού τελειώνει η συμφιλίωση και πού αρχίζει η διαφορετικότητα, η οποία δεν επιτρέπει τη μυστηριακή διακοινωνία: Οι Ορθόδοξοι θα έθεταν το δίχως άλλο το ερώτημα για το πόσο θεμιτή είναι ή πόσο μακριά μας οδηγεί η διαφορετικότητα π.χ. της χειροτονίας των γυναικών και της αναγνώρισης (μάλιστα σε πλείστες όσες τοπικές εκκλησίες και με σχετική ιερολογία) της ένωσης ομόφυλων ζευγαριών.
3. Το ορθόδοξο εκκλησιολογικό μοντέλο: Επιστροφή στην Ορθοδοξία;
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία, όπως τουλάχιστο αυτή καταγράφεται και μαρτυρείται στα επίσημα κείμενα των ορθοδόξων εκκλησιών που έχουν κατατεθεί είτε σε οικουμενικούς είτε σε πανορθόδοξους διαλόγους, δεν φαίνεται να αφήνει περιθώρια για ένα δυισμό ανάμεσα σε μια ιδεατή εικόνα της Καθολικότητας της Εκκλησίας του Χριστού και στη συγκεκριμένη, ορατή και ιδρυματική της έκφραση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μία, αγία, Καθολική και αποστολική Εκκλησία που ομολογούμε στο σύμβολο της πίστης» (Γ´ προσυνοδική πανορθόδοξη διάσκεψη στη Γενεύη, 1986) ή με τη δραστικότερη έκφραση των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στην Γ´ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ το 1961: «Για τους Ορθόδοξους η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ακριβώς η Εκκλησία». Ωστόσο η γενική και φαινομενικά για τρίτους υπεροπτική στην εκφορά της διατύπωση αυτή γίνεται κάπως συγκεκριμένη, όταν αναλύονται επί μέρους στοιχεία της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας των Ορθοδόξων. Η βεβαιότητα της αλήθειας της Ορθοδοξίας ως της Εκκλησίας του Χριστού εδράζεται στην πολλαπλή πιστοποίηση της ταυτότητάς της με την αδιαίρετη Εκκλησία της Α´ χιλιετίας: «η αδιάσπαστη και συνεχής αποστολική διαδοχή και η διαδοχή της ιερατικής διακονίας συνιστούν ουσιώδη, συστατικά και γι αυτό δεσμευτικά στοιχεία της εκκλησιολογικής της ταυτότητας» (1961).  Έτσι αυτό που απομένει στις άλλες Ομολογίες είναι να βρουν το δρόμο της επιστροφής «στο κοινό παρελθόν» (1961) ή με μια δραστικότερη έκφραση ενός παλιότερου κειμένου (Οhio, 1957), να βρουν το δρόμο της επιστροφής στους «κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία διαφύλαξε την ουσιαστική της ταυτότητα με τον αρχέγονο Χριστιανισμό».  Ωστόσο δεν γίνεται ούτε στα παλαιότερα αυτά κείμενα ούτε σε άλλα νεότερα σαφές τί ανήκει πραγματικά στα «σπουδαία αναλλοίωτα στοιχεία» της εκκλησιαστικής ζωής, τα οποία οι άλλοι καλούνται να επαναποκτήσουν και ποιες είναι οι φόρμες που υπόκεινται σε αλλαγή, καθόσον είναι δημιουργήματα ιστορικών συγκυριών.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία μάλιστα αποφεύγει να αποφανθεί για το εκκλησιαστικό Status των άλλων μη Ορθοδόξων Εκκλησιών,  αφού συνδέοντας την εκκλησιαστική ταυτότητα των άλλων με το ερώτημα για την σωτηριολογία εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας παραπέμπει την απάντηση στην κρίση του Θεού.  Αν κάποιος πάντως θα ήθελε να έχει ένα συγκεκριμένο δεσμευτικό κατάλογο σημείων τα οποία οι Ορθόδοξοι θέτουν ως προαπαιτούμενα για την ενότητα τότε η σύγχυση θα ήταν  μεγάλη, αφού η ψαλίδα των σημείων αυτών που οι ετερόδοξοι θα πρέπει να αποδεχτούν προκειμένου να επιτευχθεί η ενότητα με την Ορθοδοξία φθάνει από το Φιλιόκβε (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό) και τα παπικά δόγματα (του πρωτείου και του αλαθήτου) μέχρι τη διδασκαλία για τις άκτιστες ενέργειες και το καθαρτήριο πυρ. Περιττόν βέβαια να παρατηρήσουμε ότι και στα σημεία αυτά δεν υπάρχει μία και η αυτή κατανόηση και δεσμευτική ερμηνεία  μεταξύ των ιδίων των Ορθοδόξων.
Οι σχετικοί όροι που εκφράζουν την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας έχουν πάντως γνωρίσει διαφοροποιήσεις, προϊούντος του οικουμενικού διαλόγου. Έτσι η αξίωση των Ορθοδόξων ότι αποτελούν τον «φορέα και τον μάρτυρα της πίστης και της παράδοσης της μίας, αγίας Καθολικής Εκκλησίας» (1986, b 1), αξίωση την οποία φυσικά ο ομιλών και ενστερνίζεται, μπορεί νομίζω να κατανοηθεί όχι με την αποκλειστικότητα (exklusiv) που αποκλείει τους άλλους, αλλά με εκείνη την ανοικτότητα, που προσκαλεί όλους για μια νέα από κοινού, δημιουργική ανακάλυψη των κοινών ριζών που μπορούν να μπολιάσουν καρποφόρα τις συντεταγμένες πορείας, καθοδόν προς μια νέα κοινωνία των χριστιανικών εκκλησιών στην τρίτη τους χιλιετία.  Άλλωστε δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι και οι Ορθόδοξοι αποτελούν μια κοινωνία Εκκλησιών με κοινές μεν συντεταγμένες σε βασικά σημεία δόγματος, λατρείας, και εκκλησιαστικής τάξεως αλλά και με όχι λίγες διαφοροποιήσεις: αφενός σε σχέση προς την αρχέγονη εκκλησία, την εκκλησία πριν από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου -διαφοροποιήσεις που δεν διέσπασαν ωστόσο την οργανική συνέχεια εκκλησιαστικού βίου-, αφετέρου σε επιμέρους πτυχές του δικού τους εσωτερικού βίου: το κυριότερο δε με ανοικτό ακόμη τον τρόπο της δικής τους συνοδικής διακοινωνίας και της λήψης αποφάσεων, όπως καταδεικνύει η αδυναμία στην πορεία σύγκλισης της Πανορθοδόξου Συνόδου, πράγμα που τους κρατά ομήρους του παρελθόντος τους και σίγουρα όχι πειστικούς συνομιλητές, στην κλήση προς τις άλλες Εκκλησίες για επιστροφή στην αδιαίρετη παράδοση και στην ίδια την Ορθοδοξία.
4. Όραμα πορείας των χριστιανικών εκκλησιών στην τρίτη χιλιετία: δημιουργία ομόκεντρων διευρυμένων κύκλων 
Μια δημιουργική πορεία προς την τρίτη  χιλιετία σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει την δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας. Βαρύτητα το δίχως άλλο αποκτούν εκείνες οι φόρμες στη διδασκαλία και στην καθημερινή πράξη, οι οποίες διαμορφώθηκαν από κοινού στις μεγάλες οικουμενικές συνόδους της Α´χιλιετίας και πάνω από όλα το σύμβολο της Β´ Οικουμενικής συνόδου.  Στον πυρετό των διμερών και πολυμερών οικουμενικών διαλόγων, στους οποίους όχι σπάνια οι επίσημες επιτροπές επιδίδονται σε μια εφ᾽ όλης της ύλης εξέταση της διδασκαλίας των Εκκλησιών τους, επιχειρώντας την σύνταξη ενός εκτενέστατου και αναλυτικότατου εγχειριδίου δογματικής (και όχι μόνο, αλλά και λειτουργικής και βιβλικής θεολογίας), -το οποίο είναι πολύ αμφίβολο αν με τρόπο δεσμευτικό διαθέτει η κάθε μια εκκλησία για τα δικά της μέλη (ένας είδος αναλυτικής κατήχησης)-, παραθεωρείται το γεγονός ότι η κοινή πίστη στην Α´χιλιετία εκφράστηκε μέσα από πολύ συγκεκριμένα, συνοπτικά κείμενα που έχουν μείνει στην ιστορία των οικουμενικών συνόδων ως όροι ή σύμβολα πίστης. Θα ήταν σίγουρα χρήσιμο η από κοινού σύνταξη ενός συνοπτικού ει δυνατόν εγχειριδίου κατήχησης για τους πιστούς, και σίγουρα θα αποτελούσε υποθήκη για την αξιοπιστία των χριστιανικών Εκκλησιών η από κοινού τοποθέτηση και συστράτευσή τους για μια σειρά προβλημάτων που αφορούν τον πολυσχιδή και τόσο σύνθετο σύγχρονο ανθρώπινο βίο, π.χ. από τα προβλήματα της βιοηθικής μέχρι τα προβλήματα περιβάλλοντος. Ωστόσο αυτό ακριβώς αποτελεί το ζητούμενο: δηλαδή η σε κάθε εποχή  εκ νέου αναζήτηση και επαναβεβαίωση της έκφρασης του κοινού οράματος των Χριστιανών, όχι όμως το προαπαιτούμενο για την επίτευξη εκείνης της μορφής ενότητας που αποτελεί έκφραση της κοινής μαρτυρίας των Εκκλησιών που προσκαλούν τον κόσμο να πιστέψει (πρβλ. Ιωαν 17,18εξ.: ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας). Ποιό είναι λοιπόν το μοντέλο ενότητας των Εκκλησιών για το εγγύς μέλλον;
Προσωπικά θα το περιέγραφα ως μια ανοικτή Κοινωνία Εκκλησιών, η οποία με κέντρο την ευχαριστιακή ενότητα θα έγγραφε ολοένα και μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους στην πορεία της προς τη Βασιλεία του Θεού. Η από κοινού συμμετοχή στο μυστήριο της ευχαριστίας είναι σίγουρα μια ύψιστη έκφραση της κοινωνίας των πιστών στο σώμα του Χριστού, όχι όμως η μοναδική έκφραση της μαρτυρίας της πίστης, η οποία καλείται να σαρκώνεται και σε πολλές άλλες μορφές κοινού βίου, «για να ζήσει ο κόσμος». Φοβάμαι ότι με τη μέθοδο που ακολουθούμε στον οικουμενικό διάλογο, αφήνοντας τη Θεία Κοινωνία ως τελευταίο κρίκο σε μια μακρά ατέλειωτη αλυσίδα αναζήτησης ενότητας σε ποικίλους όσους, εν πολλοίς δε και νεώτερους δογματικούς και άλλους κανόνες πίστης εργαλειοποιούμε την Θεία Κοινωνία για να πετύχουμε τη μέγιστη κοινή έκφραση εκκλησιαστικής ζωής. Δεν θα ήταν ίσως χρησιμότερο να σκεφτούμε ότι θα αρκούσε η κοινή αποδοχή των βασικών όρων πίστεως, όπως αυτοί εκφράστηκαν σε οικουμενικές συνόδους της αδιαίρετης εκκλησίας, ώστε να καταστεί δυνατή η μυστηριακή διακοινωνία; Εδώ θα ήταν απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι στα κείμενα των επισήμων διμερών διαλόγων, τους οποίους διεξάγει η Ορθόδοξη Εκκλησία με πλείστες όσες Εκκλησίς (ΡΚαθολική, Παλαιοκαθολική, Αγγλικανική, Λουθηρανική, Μεταρρυθμισμένη και τις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες) οι επτά οικουμενικές σύνοδοι έχουν γίνει δεσμευτικά αποδεκτοί (με εξαίρεση ίσως τους Προχαλκηδονίους, οι οποίοι αποδέχονται ωστόσο τη διδασκαλία των Οικουμενικών συνόδων). Προαπαιτείται βέβαια ότι σύμφωνα με την αρχή της βασικής συναίνεσης (konsensus), που διέπει την λειτουργία των Εκκλησιών στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), δεν θα εγείρει κάποια Εκκλησία «ζητήμα πίστεως» (status confessionis) σε νεώτερες εξελίξεις που με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, αφού θα έθιγαν την ίδια την υπόσταση της πίστης στον εν Τριάδι αποκεκαλυμμένο Θεό. Ωστόσο η εφαρμογή αυτής της μεθόδου θα πρέπει να περιοριστεί σε εκείνα τα απολύτως απαραίτητα και δεσμευτικά, τα οποία διασαλεύουν την κοινή έκφραση ώστε να μαρτυρηθεί η κοινή πίστη, και τα οποία θα αποτελούσαν status confessionis στην αρχαία εκκλησία.  Η αναζήτηση της κοινής συνισταμένης σε πλείστα όσα νεώτερα προβλήματα, από την τοποθέτηση σε μια σειρά ζητημάτων κοινωνικής διακονίας και ευθύνης μέχρι την κοινή έκφραση της ενότητας και εκπροσώπησης από συνοδικά και άλλα εκκλησιαστικά όργανα θα αποτελούν κάθε φορά τους νέους επιμέρους στόχους οι οποίοι θα αυξάνουν τους κύκλους που θα γράφει η Εκκλησία μέχρι να ολοκληρωθεί στο μεγάλο Κύκλο της Βασιλείας του Θεού που θα αγκαλιάσει όλους και όλα, «ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν» (1 Κορ 15, 28). Οι χριστιανοί πρέπει να έχουν μάθει ωστόσο, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, να μη ταυτίζουν τα όρια της Βασιλείας του Θεού με τα όρια της Εκκλησίας τους. Κάτω από το πρίσμα αυτό κάθε εποχή μπορεί να γίνεται εποχή νέας ανθοφορίας και καρποφορίας και οι καρποί του αγίου Πνεύματος σίγουρα δεν μπορούν να περιορίζονται από τις καιρικές συνθήκες: και μέσα στη βαρυχειμωνιά η πίστη των Χριστιανών ανθεί και φέρει κι άλλην.


http://blogs.auth.gr/moschosg/   πηγή

Ωριγένης: Είναι Πατέρας της Εκκλησίας;





Σε αυτό το άρθρο θα δώσουμε στοιχεία από την Πατρολογία του Παπαδόπουλου για τον Ωριγένη. Αφορμή υπήρξε το γεγονός ότι οι ετερόδοξοι (μην έχοντας το χάρισμα της διάκρισης), κατηγορούν την εκκλησία του Χριστού ότι μέσα στους κόλπους της είχε και αιρετικούς «πατέρες» των οποίων και υιοθέτησε τις διδασκαλίες.
Όποιος θέλει να δει περισσότερα, μπορεί να τα βρει στον Α' τόμο της πατρολογίας του Στ. Παπαδόπουλου, σελίδες 393- 422.

Εμείς θα αναφέρουμε τα επίμαχα αποσπάσματα από την εν λόγω πατρολογία.

Στην γενική θεώρηση, αναφέρεται… «Ο Ωριγένης ανήκει στους μεγάλους άνδρες της ανθρωπότητος και είναι ο γονιμότερος συγγραφέας της αρχαίας Εκκλησίας. Έφερε στο στήθος του το θρησκευτικό πάθος της Ανατολής, την ασίγαστη αναζήτηση του Έλληνα φιλοσόφου, το ενδιαφέρον για κεκρυμμένες αλήθειες του Ιουδαίου και την υπαρξιακή πίστη του Χριστιανού. Οι παράγοντες αυτοί συγκλόνισαν τον μεγαλοφυή Ωριγένη και τον κίνησαν στο μεγαλειώδες έργο του, που παρέμεινε περισσότερο έργο πλάτους και λιγότερο έργο βάθους». 

Αναγνωρίζεται στον Ωριγένη, επομένως, πλατειά μόρφωση και ευρύ πνεύμα. Το δε έργο του χαρακτηρίζεται πλατύ (που σημαίνει ότι λόγο των γνώσεων του έγραψε πολλά), αλλά λιγότερο έργου βάθους (που σημαίνει ότι αυτή η γνώση δεν τον οδήγησε πάντα σε βαθειά ορθόδοξη θεολογία). 

Ο Ωριγένης, δεν θεωρείται Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας, αλλά εκκλησιαστικός συγγραφέας.

Ο Παπαδόπουλος, στον ορισμό του Πατρός και Διδασκάλου, αναφέρει τα εξής… «Πατήρ και Διδάσκαλος είναι ο φορέας της Παραδόσεως της Εκκλησίας, που με τον φωτισμό του αγ. Πνεύματος εκφράζει ευρύτερη εμπειρία της αλήθειας με σκοπό την αντιμετώπιση κάποιας κρίσεως στην Εκκλησία» (Α Τόμος, σελ. 78).

Η διαφορά δηλαδή ανάμεσα σε έναν εκκλησιαστικό συγγραφέα και σε έναν Πατέρα και Διδάσκαλο, είναι ότι ο Πατέρας και Διδάσκαλος θεολόγησε και συνέβαλε στο να αντιμετωπιστεί κάποια μεγάλη θεολογική κρίση στην Εκκλησία, πάντα με βάση την Αγία Γραφή και την πρότερη Παράδοση της Εκκλησίας. Ο Ωριγένης, αν και σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας, εντούτοις δεν συνέβαλε στην αντιμετώπιση κάποιας θεολογικής κρίσης. Αλλού ήταν η συνεισφορά του.

Ας δούμε την στάση των άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων και Πατέρων και Διδασκάλων της εκκλησίας.

Όσοι ήταν κατά του Ωριγένη. 

«…τα πρόσωπα που συζητούσαν έντονα το θέμα, δε διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στην διαμόρφωση της πορείας της Παραδόσεως. Έτσι πχ ότι οι αντιωριγενιστές Μεθόδιος Ολύμπου, Διόδωρος Ταρσού, Απολινάριος, Θεόφιλος Αλεξανδρείας και Θεόδωρος Μοψουεστίας δεν ήσαν ακραιφνείς φορείς του πνεύματος της Παραδόσεως, ενώ ο Πέτρος Αλεξ., ο Ευστάθιος, ο Σαλαμίνας Επιφάνιος, ο Αναστάσιος Ρώμης και ο Αντίπατρος Βόστρων δεν ηταν μεγάλοι ή κατ’ εξοχήν μεγάλοι θεολόγοι και Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.»

Όσοι ήσαν φανατικοί υποστηρικτές του Ωριγένη.

«Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με τους φανατικούς υποστηρικτές του Ωριγένη· Ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Ευάγριος, ο Δίδυμος, ο Συνέσιος Πτολεμαίδος και ο Σωκράτης δεν είχαν κατά πάντα ορθόδοξο φρόνημα, ενώ ο Πάμφιλος, ο Ρουφίνος, ο Ιωάννης Ιεροσολύμων και ο Παλλάδιος δεν υπήρξαν μεγάλοι θεολόγοι. Επομένως τόσο οι άσπονδοι πολέμιοι, όσο και οι φανατικοί φίλοι του Ωριγένη δεν αποτελούν το μέτρο της ορθοδόξου θεολογίας, ούτε εκφράζουν το γνήσιο κλίμα της Εκκλησίας». 

Ούτε οι μεν, ούτε οι δε έπραξαν σωστά. Το σωστό το έπραξαν οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας που διέκριναν το ορθόδοξο από το ανορθόδοξο και αιρετικό στα έργα του Ωριγένη.Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ορθοδοξίας που είναι η ΔΙΑΚΡΙΣΗ, χρησιμοποίησαν οι Διδάσκαλοι. 

φώτο: εδώ
«Πρόκειται για τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας (+373), τον Μ. Βασίλειο (+379), τον Γρηγόριο Θεολόγο ( +390), τον Γρηγόριο Νύσσης (+394), τον ιερό Χρυσόστομο (+ 407), και τον Ιλάριο Πικταβίου (+367), τον Αμβρόσιο Μιλάνου (+397) και Βικέντιο Λειρίνου (+ προ 450) στη Δύση. 

Οι Πατέρες και Διδάσκαλοι αυτοί, γνώριζαν καλά και χρησιμοποιούσαν παντοιοτρόπως τον Ωριγένη· και μολονότι είχαν βαθειά συνείδηση των παρεκκλίσεών του, των κακοδοξιών του και των σφαλμάτων του, έκαιε μέσα τους άσβεστη αγάπη γι’ αυτόν… Ο Θεολόγος Γρηγόριος (με την συνεργασία του Μ. Βασιλείου συνέταξε την περίφημη Φιλοκαλία, δηλαδή ανθολογία κειμένων του Ωριγένη… Ωστόσο ο Μ. Βασίλειος γνωρίζει και σημειώνει τις παρεκκλίσεις του Ωριγένη (Περί Αγίου Πνεύματος 29. 73), ο δε Γρηγόριος χρησιμοποιεί πολλά σχήματά του, αλλά συχνότατα βρίσκεται στην ανάγκη να τα ορθοδοξοποιήσει. Ο Γρηγόριος Νύσσης επηρεάστηκε περισσότερο από τη σκέψη του Ωριγένη, αλλά γνωρίζει και καταδικάζει ορισμένες αντιλήψεις του…». 

Η πορεία προς την καταδίκη του Ωριγένη. 

«Στην Αλεξάνδρεια πραγματοποιήθηκαν το 232 δύο συνάξεις (συσκέψεις). Η πρώτη του απαγόρευσε να διδάσκει, η άλλη τον καθήρεσε (είχε γίνει πρεσβύτερος σε ξένη επισκοπή). Την απόφαση αυτή δεν υιοθέτησαν όλες οι Εκκλησίες και όμως η Αλεξάνδρεια δεν επέμεινε, ώστε να διακόψει τις σχέσεις της με όσες Εκκλησίες περιέθαλψαν και τίμησαν τον Ωριγένη. Τούτο σημαίνει ότι η απόφαση της Αλεξανδρινής Εκκλησίας ήταν ένα είδος προειδοποίησεως·προσέξτε, στο πρόσωπο και το έργο του Ωριγένη διαβλέπουμε κινδύνους… Η πρώτη καταδίκη του προσώπου και του έργου του Ωριγένη έγινε το 400 στην Αλεξάνδρεια» (σημείωση δική μου· είναι αυτό που αναφέραμε παραπάνω, που δεν πρόκειται για πρόσωπα που είχαν πρωτεύοντα ρόλο στην διαμόρφωση της Παραδόσεως).

Στ' Οικουμενική σύνοδος. φώτο εδώ
Το πρόβλημα εντάθηκε τον Ε' και ΣΤ' αιώνα, όπου πλέον δεν έχουμε μεμονωμένους συγγραφείς υπέρ ή κατά του ωριγενισμού, αλλά πνευματικό κλίμα και θεολογική νοοτροπία που έφερνε σύγχυση στην Εκκλησία. Η εκκλησία έπρεπε γρήγορα να εξαλείψει το πρόβλημα.

«Από την στιγμή αυτή η Εκκλησία ήταν αναγκασμένη χάριν των μελών της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, το οποίο είχε γίνει πρόβλημα ωριγενισμού…η Εκκλησία όφειλε να δείξει την πλάνη του ωριγενισμού, όφειλε να τον καταδικάσει, να τον αναθεματίσει…και επειδή οι καταδικαζόμενες αντιλήψεις ήταν πολλές, επειδή όλες συνδέονταν με το πρόσωπο του Ωριγένη κι επειδή τα περισσότερα μέλη της Εκκλησίας αδυνατούσαν να διακρίνουν μεταξύ Ωριγένη και ωριγενισμού, η Εκκλησία έπρεπε να καταδικάσει ευθέως και σαφώς το πρόσωπο του Ωριγένη. Τούτο έγινε στην ενδημούσα σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 543, βάση διατάγματος που με προτροπή θεολόγων είχε συντάξει ο Ιουστινιανός και που καταδίκαζε θέσεις του Ωριγένη και αναθεμάτιζε τον ίδιο προσωπικά. Η Ε' Οικουμενική Σύνοδος το 553 περιλαμβάνει τον Ωριγένη στον ενδέκατο αναθεματισμό της μαζί με άλλους αιρετικούς… η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος επαναλαμβάνει την καταδίκη αυτή…όλες οι μεταγενέστερες Σύνοδοι υιοθετούν την καταδίκη».

Όπως βλέπουμε, ο ωριγενισμός είναι αυτός που κατά βάθος καταδικάζεται. Ο Ωριγένης καταδικάστηκε επειδή οι περισσότεροι από τον λαό δεν είχαν την απαραίτητη διάκριση να ξεχωρίσουν το ορθό από το λάθος. Προκειμένου να επέλθει κακό σε αυτούς, καταδίκασαν τον Ωριγένη. 

Ουσιαστικά, το ορθό είναι με ΔΙΑΚΡΙΣΗ να ξεχωρίζουμε από τα έργα του το ορθόδοξο από το αιρετικό. Επειδή όμως εμείς ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΑΚΡΙΣΗ, καλό είναι να καταφεύγουμε σε έργα των Πατέρων που την είχαν, όπως πχ στην Φιλοκαλία του Γρηγορίου Θεολόγου και τους Μ. Βασιλείου, που σταχυολόγησαν το τεράστιο έργο του Ωριγένη , και κράτησαν το ωφέλιμο για μας. 

«Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έμμεσα ή άμεσα, λίγο ή πολύ γνώριζαν το έργο του, χρησιμοποιούσαν από αυτό ότι θεωρούσαν καλό ή ακίνδυνο (χωρίς να μνημονεύουν τον Ωριγένη) και στηλίτευαν τις παρεκκλίσεις του». 


Μελέτη: Στέλιος Μπαφίτης 
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

πηγή